Αλλαγές στην αδειοδότηση εταιρειών διαχείρισης δανείων

Αλλαγές στην αδειοδότηση εταιρειών διαχείρισης δανείων

Απλοποίηση του νόμου Σταθάκη εισηγείται η ΤτΕ. Η μελέτη που εκπόνησε η Octane και τα αιτήματα τραπεζών και υποψήφιων servicers. Μεγάλο πρόβλημα η διαχείριση των ακινήτων. Ζητούνται αλλαγές και στο φορολογικό καθεστώς.

Την απλοποίηση των προϋποθέσεων του νόμου Σταθάκη για την ίδρυση και λειτουργία εταιρειών διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να εισηγηθεί στους θεσμούς η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να δημιουργηθείαποτελεσματική δευτερογενής αγορά για τα «κόκκινα» δάνεια.

Μία από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση το επικαιροποιημένο μνημόνιο, είναι η επαναξιολόγηση του νόμου Σταθάκη και του παρεπόμενου κανονιστικού πλαισίου. Το παραπάνω έργο ανατέθηκε από την ΤτΕ σε εξειδικευμένο ανεξάρτητο σύμβουλο (σ.σ. Octane Management Consultants), ο οποίος έχει ήδη παραδώσει τη μελέτη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η αξιολόγηση διαπιστώνει ότι οι νομοθετικές και κανονιστικές απαιτήσεις για την αδειοδότηση και λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι οι βαρύτερες που υπάρχουν στην Ευρώπη (σ.σ. εξετάστηκαν περίπου 10 χώρες), με αποτέλεσμα να λειτουργούν αποτρεπτικά. 

Πρακτικά η μελέτη εισηγείται την απλοποίηση της διαδικασίας, με άμβλυνση των υπερβολικών απαιτήσεων και άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων. Στόχος είναι το πλαίσιο να καταστεί πιο ευέλικτο, υποβοηθώντας την αδειοδότηση αρκετών εταιρειών και την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Τα βασικά συμπεράσματα της αξιολόγησης συνάδουν, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, με τις διαπιστώσεις της αγοράς. Υποψήφιες εταιρείες διαχείρισης (servicers) και τράπεζες κρίνουν ως υπερβολικά γραφειοκρατικό το πλαίσιο, καθώς απαιτεί τεράστιο όγκο στοιχείων και πληροφοριών.

«Τα στοιχεία που απαιτείται να καταθέσει ο υποψήφιος servicer είναι σχεδόν αντίστοιχα με αυτά που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας τραπεζικών εργασιών», αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, σημειώνοντας ότι πρέπει να υιοθετηθούν απλούστερες προϋποθέσεις οργανωτικής δομής για τις εταιρείες διαχείρισης.

Οι υπερβολικές απαιτήσεις φορτώνουν το νέο πλαίσιο με υψηλό λειτουργικό κόστος και περιορίζουν τον αριθμό των ενδιαφερομένων. Οι τράπεζες είχαν προτείνει, όταν ο νόμος Σταθάκη ήταν σε διαβούλευση, οι υποψήφιοι servicers να υποβάλουν αρχικά ένα γενικό επιχειρηματικό σχέδιο και να ακολουθεί η κατάθεση λεπτομερειακού σχεδίου, μετά την κατάρτιση σύμβασης ανάληψης διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αποτέλεσμα των γραφειοκρατικών προϋποθέσεων είναι να έχει αδειοδοτηθεί, μέχρι στιγμής, μόλις μία εταιρεία (Aktua Hellas), παρότι εκκρεμούν προς εξέταση άλλες 9 αιτήσεις εδώ και αρκετούς μήνες. Δύο φάκελοι (ο ένας αφορά στην FPS της Eurobank και ο άλλος στην Alvarez & Marsal) βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και αναμένεται να είναι οι επόμενοι που θα λάβουν το «καλώς έχειν» της ΤτΕ και εν συνεχεία των υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας.

Πρόβλημα η διαχείριση των ακινήτων, που περιέρχονται στις τράπεζες

Πέραν της απλοποίησης του πλαισίου αδειοδότησης, η αγορά ζητά και τροποποιήσεις στις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης επισφαλειών.

Το σημαντικότερο αίτημα είναι η παροχή δυνατότητας στις εταιρείες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου δανείων, να διαχειρίζονται και τα συνδεδεμένα με τα δάνεια ενυπόθηκα ακίνητα, εφόσον αυτά περιέρχονται στην κατοχή της τράπεζας, μέσω ρύθμισης ή πλειστηριασμού.

Με τις υφιστάμενες διατάξεις του νόμου Σταθάκη, η εταιρεία που αναλαμβάνει από μια τράπεζα τη διαχείριση ενός ενυπόθηκου δανείου σε καθυστέρηση, αν επιτύχει να κλείσει την εκκρεμότητα, είτε μέσω οριστικής διευθέτησης (σ.σ. επιστροφή του ακινήτου στην τράπεζα και διαγραφή της οφειλής του δανειολήπτη), είτε μέσω αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης (τελικό στάδιο η εκποίηση της εξασφάλισης), δεν μπορεί να διαχειριστεί το ακίνητο, το οποίο περιήλθε στην κατοχή της τράπεζας.

Για να το κάνει, θα πρέπει οι μέτοχοί της να συστήσουν νέα εταιρεία, η οποία θα ειδικεύεται στη διαχείριση ακινήτων. Κάτι τέτοιο, όμως, συνεπάγεται αυξημένο κόστος και επομένως υψηλότερες χρεώσεις διαχείρισης στις τράπεζες.

Υποψήφιοι διαχειριστές και τράπεζες ζητούν να επιτραπεί στους servicers να διαχειρίζονται και τα ενυπόθηκα ακίνητα, τα οποία καταλήγουν στις τράπεζες, σημειώνοντας ότι αφενός οι ξένοι πάροχοι έχουν και την τεχνογνωσία να το κάνουν, αφετέρου, ο όγκος των ακινήτων που αναμένεται να περιέλθει στις τράπεζες είναι πολύ μεγάλος.

Αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς

Το επόμενο μεγάλο θέμα που θέτουν οι ενδιαφερόμενοι ξένοι πάροχοι είναι η τροποποίηση του φορολογικού καθεστώτος που διέπει τις εταιρείες διαχείρισης.

Με το ισχύον πλαίσιο επιβάλλεται ΦΠΑ στις προμήθειες διαχείρισης με τις οποίες θα χρεώνει η εταιρεία την τράπεζα, εξέλιξη που αυξάνει το κόστος για τις τράπεζες. Βέβαια, η εξαίρεση από το καθεστώς υποβολής ΦΠΑ δεν είναι εύκολη, καθώς αποτελεί κοινοτική οδηγία.

Αντίθετα, εύκολη είναι η ρύθμιση σειράς μικρότερων φορολογικών θεμάτων, όπως η μείωση των αναλογικών δικαιωμάτων.

Τέλος, έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος, οι εισπρακτικές εταιρείες που συνεργάζονται ήδη με τράπεζες θα πρέπει να λάβουν επίσης άδεια διαχείρισης, προκειμένου να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη δουλειά τους, απαίτηση που είναι υπερβολική τόσο σύμφωνα με την αγορά, όσο και σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ανεξάρτητου συμβούλου.

Υπενθυμίζεται ότι οι τράπεζες έχουν δεσμευθεί στον SSM να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους κατά 40,2 δισ. ευρώ, ή κατά 38%, ως το τέλος του 2019.

 

Για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος, θα πρέπει να ανατεθεί η διαχείριση μέρους των «κόκκινων» δανείων σε ξένους servicers που διαθέτουν τόσο την απαραίτητη τεχνογνωσία, όσο και πρόσβαση σε κεφάλαια για την αναγκαία αναχρηματοδότηση προβληματικών, πλην όμως βιώσιμων, επιχειρήσεων.

08.03.2017