Ανοίγματα λογαριασμών

Ανοίγματα λογαριασμών

Η οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια ανάγκασε το Υπουργείο Οικονομικών να προχωρήσει σε νέες πρακτικές αλλά και νέες μεθόδους ελέγχων. Το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών αλλά και το "κυνήγι" των φυσικών προσώπων, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στις λίστες Λαγκάρντ (Lagarde), Βεστφαλίας – Ρηνανίας  (Borjians), της HSBC αποτελούν τα τελευταία χρόνια την αιχμή του δόρατος για τους φορολογικούς ελέγχους που πραγματοποιεί το ΚΕΦΟΜΕΠ, το ΣΔΟΕ, αλλά και οι κατά τόπους ΔΟΥ. Το "κυνήγι" στη φοροδιαφυγή είχαν ανοίξει τα εμβάσματα στο εξωτερικό και τα 65 CDs με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των οικονομικών εισαγγελέων.

Όλα ξεκίνησαν με τις διατάξεις του Άρθρου 15, Παρ. 3 του Ν. 3888 / 2010. Η περίφημη προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται κυρίως από τις πρωτογενείς καταθέσεις είναι ο ουσιαστικότερος τρόπος φορολογικού ελέγχου. 

"Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει ή την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσής της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση."

Με την παραπάνω διάταξη εισήχθη η υποχρέωση του φορολογουμένου να αποδεικνύει τη νομιμότητα κάθε του συναλλαγής, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατ’ αρχήν ως προσαύξηση περιουσίας. Υπό την έννοια αυτή, κάθε κατάθεση που εμφανίζεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς από το 2000 και μετά θεωρείται επαύξηση περιουσίας ανεξάρτητα αν τα χρήματα αυτά έχουν παραμείνει στον τραπεζικό λογαριασμό, έχουν ξοδευτεί ή έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό. Ο φορολογούμενος βάση αυτών καλείται να αιτιολογήσει τραπεζικές καταθέσεις που αναφέρονται και σε 15 χρόνια πριν, διότι σε άλλη περίπτωση η κάθε πρωτογενής κατάθεση θα θεωρείται προσαύξηση περιουσίας υποκείμενη σε φορολόγηση.

Καλούνται λοιπόν σήμερα, 15 χρόνια μετά, οι φορολογούμενοι να προσκομίσουν στοιχεία, τα οποία πολλές φορές αδυνατούν ακόμα και οι ίδιες τράπεζες να εκδώσουν γιατί δεν έχουν τα αρχεία ή είναι τράπεζες που έχουν συγχωνευθεί. Στοιχεία όμως που είναι απαραίτητα να υπάρχουν για να μπορέσουν οι φορολογούμενοι να αποδείξουν εάν υπάρχει ή όχι προσαύξηση περιουσίας.

Κάθε περίπτωση ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών ή εμβασμάτων εξωτερικού αποτελεί και ιδιαίτερη περίπτωση, ίσως μοναδική, όπου ο φορολογούμενος καλείται να αποδείξει ότι οι πρωτογενείς καταθέσεις ή γενικότερα οι καταθέσεις που μπορεί να βαφτίζονται ως πρωτογενείς,  δεν αποτελούν προσαύξηση περιουσίας και προσπαθούν συνήθως να το αποδείξουν με ελλιπή τραπεζικά στοιχεία, πράγμα που δεν αποτελεί και την πιο εύκολη διαδικασία.

Ο λογιστής – φοροτεχνικός θα πρέπει να έχει άριστη γνώση όχι μόνο της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά και των γνωμοδοτήσεων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως επίσης και να χειρίζεται καρτέλες τραπεζικών λογαριασμών, πράγμα που είναι καθημερινότητα στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων κάθε επιχείρησης. 

Φτάνει όμως αυτό; Θεωρώ πως όχι. Πολλές φορές θα πρέπει να δουλέψει και η "φαντασία του". Το λέω αυτό διότι τις προηγούμενες μέρες αντιμετωπίσαμε το εξής:

Σε διανομή περιουσίας λόγω διαζυγίου κατά την έναρξη του φορολογικού ελέγχου το 2000 ήταν αδύνατον οι τράπεζες να μας προσκομίσουν στοιχεία, ώστε να αποδείξουμε ότι τα 4.500.000€ που κατατέθηκαν σταδιακά στο λογαριασμό της πελάτισσάς μας οι τραπεζικές καταθέσεις δεν αναφέρουν το όνομα του καταθέτη, δηλαδή του πρώην συζύγου της. Ήμασταν σε αδιέξοδο μιας και σε όλους είναι γνωστό ότι φόροι και προσαυξήσεις ουσιαστικά είναι το ισόποσο, δηλαδή τα 4.500.000€ σχεδόν. Μέχρι που έκανα την απλή σκέψη.Αφού έχει διαταχθεί άνοιγμα λογαριασμών στην πελάτισσά μας που έλαβε τα 4.500.000€, γιατί να μην γίνει το ίδιο και στον πρώην σύζυγό της; 

Ζητήθηκε με αίτημα στις ελεγκτικές αρχές να ελέγξει αν υπάρχει εντολή ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών για τον εν λόγω κύριο. Αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν να βρεθεί σχετική εντολή ανοίγματος λογαριασμών με αποτέλεσμα αυτό που δεν μπορούσε να αποδειχθεί από την πελάτισσά μας, να αποδεικνύεται πανηγυρικά, μιας και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες έφευγαν συγκεκριμένα ποσά από τους λογαριασμούς του πρώην συζύγου και να κατευθύνονται στον δικό της λογαριασμό. 

Είναι ένας από τους τρόπους επίλυσης τέτοιων ζητημάτων που πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας, ώστε να καλύψουμε στοιχεία που δύσκολα κάποιος μπορεί να τα βρει, να τα συνδέσει και να αποδείξει ότι δεν υπάρχει φοροδιαφυγή. 

Για το ΚΕΦΟΜΕΠ και το ΣΔΟΕ δεν υπάρχουν εύκολες και γρήγορες νίκες για να γεμίσουν τα άδεια ταμεία. Υπάρχει το πραγματικό γεγονός, η δυνατότητα που πρέπει να δίνεται στο φορολογούμενο να αποδείξει ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι προσαύξηση περιουσίας.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των δικηγόρων, όπου εισπράττουν χρήματα από εργατικές διαφορές, από ασφαλιστικές εταιρείες κτλ. για λογαριασμό των πελατών τους. Τα χρήματα αυτά που έχουν κατατεθεί στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς δεν αποτελούν προσαύξηση περιουσίας, αλλά είσπραξη για λογαριασμό των πελατών τους. Θα πρέπει όμως να βρεθούν τα κατάλληλα αρχεία και στοιχεία προκειμένου να τα συνδέσουν με τις καταθέσεις και έτσι να μπορέσουν να αποδείξουν ότι δεν πρόκειται για προσαύξηση περιουσίας.  

Κλείνοντας θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο έλεγχος με άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελεί από μόνος του επιβαρυντικό στοιχείο, αλλά μια διαδικαστική πράξη της φορολογικής αρχής. Η σωστή όμως μεθοδολογία, η οργανωμένη αντιμετώπιση, η καλή γνώση της φορολογικής νομοθεσίας αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για τη σωστή αντιμετώπιση του ελέγχου και κατ’ επέκταση της επιβολής φόρων.

06.06.2016