Επιχειρήσεις: Ζεσταίνονται οι μηχανές για τα κόκκινα δάνεια

Επιχειρήσεις: Ζεσταίνονται οι μηχανές για τα κόκκινα δάνεια

Πότε οι τράπεζες αναμένεται να «τρέξουν για τα καλά» τις υποθέσεις των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων. Προτεραιότητα στα «μεγάλα ψάρια». Παράγοντας-κλειδί η θετική αξιολόγηση της Ελλάδας από τους δανειστές

Παρά το γεγονός ότι ακούγονται και γράφονται τόσα πολλά πράγματα, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον ακόμη μερικοί μήνες, μέχρις ότου να υπάρξουν ουσιαστικές εξελίξεις στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση οικονομικού διευθυντή εισηγμένης εταιρείας στο Euro2day.gr: «Απευθύνθηκα στον αρμόδιο συστημικής τράπεζας για το συγκεκριμένο θέμα και μου απάντησε πως ακόμη δεν έχει λάβει οδηγίες για το πώς πρέπει να χειριστεί τέτοιες υποθέσεις. Απ' ότι αντιλαμβάνομαι, οι τράπεζες δέχονται σχετικά εύκολα ρυθμίσεις δανείων που αναστέλλουν πληρωμές τόκων και ετεροχρονίζουν πληρωμές, καθώς δεν είναι ακόμη έτοιμες να λάβουν τις κρίσιμες αποφάσεις».

Πότε όμως θα έρθει η ώρα των μεγάλων αποφάσεων και προς τα πού θα κινούνται αυτές; Από τα λεγόμενα του προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, ότι από τα 105 δισ. των κόκκινων δανείων, τα 60 δισ. είναι επιχειρηματικά και η μεγάλη πλειονότητα αυτών αφορά 500 μεγάλες επιχειρήσεις, γίνεται προφανές προς τα πού θα κινηθεί η όλη υπόθεση και με ποια προτεραιότητα.

Ωστόσο, σύμφωνα με κύκλους της αγοράς, κάτι τέτοιο δεν αναμένεται να γίνει στο άμεσο μέλλον, τόσο γιατί οι τράπεζες δεν είναι ακόμη έτοιμες, όσο και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί θεωρείται πως θα ήταν καλύτερο να ξεκινήσει το «μεγάλο ξεκαθάρισμα» σε κάποιους μήνες από τώρα, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η θετική αξιολόγηση της Ελλάδας από τους δανειστές και όταν ο κίνδυνος της χώρας θα έχει μειωθεί. Και αυτό, διότι σε ένα καλύτερο περιβάλλον, οι ξένοι επενδυτές εκτιμάται πως θα μπορούσαν να «βάλουν κάτι παραπάνω» από αυτά που θα έδιναν σήμερα, προκειμένου είτε να εισέλθουν στα μετοχικά κεφάλαια υπερχρεωμένων ομίλων, είτε να αγοράσουν τα επισφαλή τους δάνεια.

«Τα τραπεζικά επιτελεία γνωρίζουν πως στο τέλος της ημέρας θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε πολύ μεγάλες διαγραφές χρεών προκειμένου να προσελκύσουν επενδυτές ή να πουλήσουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και επί του παρόντος δεν θα ήθελαν να εμφανιστούν ότι συζητούν -και πόσο μάλλον ότι αποδέχονται- τόσο μεγάλα κουρέματα απαιτήσεων. Ελπίζουν λοιπόν πως σε κάποιους μήνες από σήμερα, θα μπορέσουν να πετύχουν κάτι καλύτερο.

Παίρνοντας για παράδειγμα τον κλάδο των ακινήτων, θα έλεγα το εξής: Από τη στιγμή που σήμερα ένας επενδυτής ζητάει μια απόδοση ενοικίου γύρω στο 8%-10% προκειμένου να αγοράσει ένα ποιοτικό κτίριο (στο εξωτερικό οι σχετικές αποδόσεις είναι συνήθως 5%-6%) κάντε τους δικούς σας υπολογισμούς για να βρείτε το τι κούρεμα υποχρεώσεων θα πρέπει να υπάρξει σε μια υπερδανεισμένη εταιρεία ακινήτων. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας, καθώς οι ξένοι θεωρείται βέβαιο πως θα επιδιώξουν σε βάθος χρόνου μια διψήφια αποδοτικότητα στα κεφάλαια που θα επενδύσουν, σε μια επικίνδυνη χώρα όπως η Ελλάδα», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.

Πέραν όμως αυτών, επιχειρηματικοί κύκλοι πιστεύουν πως οι τράπεζες θα πρέπει από εδώ και στο εξής να δράσουν με μεγαλύτερη ταχύτητα και καλύτερο συντονισμό, σε σχέση με το παρελθόν. «Κατά τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι καθυστερήσεις και η ασυνεννοησία των τραπεζών οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης σε υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και στη φυγή υποψήφιων επενδυτών» αναφέρεται από στέλεχος της αγοράς, το οποίο συνεχίζει:

«Υπήρξαν φορές που οι πιστώτριες τράπεζες δεν μπόρεσαν να συντονιστούν μεταξύ τους. Είχαμε πχ περιπτώσεις όπου υποβληθέντα business plans κρίθηκαν ως ρεαλιστικά και υποσχόμενα από μέρος των πιστωτών και ως ανεφάρμοστα από τους υπόλοιπους δανειστές. Σε κάποιες άλλες εταιρείες, υποψήφιος επενδυτής γύριζε από πιστωτή σε πιστωτή και τελικά αποχώρησε καθώς έβλεπε πως η υπόθεση δεν προχωρούσε, επειδή κάθε τράπεζα προσπαθούσε να βελτιώσει τη ρύθμιση προς όφελός της και σε βάρος των υπόλοιπων. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν όλες. Το θετικό ωστόσο είναι πως σήμερα ο αριθμός των τραπεζών είναι πολύ μικρότερος και πως ο συντονισμός και η συνεννόηση θα αποτελέσουν ευκολότερες υποθέσεις. Άλλωστε, όχι μόνο τα λάθη του παρελθόντος, αλλά και οι μετρήσιμοι στόχοι που θα τεθούν από τις διοικήσεις των τραπεζών, πιστεύω ότι θα συμβάλουν θετικά προς αυτή την κατεύθυνση»

8.01.2016