Εθνική: Μικρότερη των επίσημων προβλέψεων η ύφεση στην Ελλάδα - Στο -1,3% το 2015 και στο -1,2% το 2016

Εθνική: Μικρότερη των επίσημων προβλέψεων η ύφεση στην Ελλάδα - Στο -1,3% το 2015 και στο -1,2% το 2016
Το μνημόνιο προβλέπει ύφεση -2,3% για την ελληνική οικονομία το 2015
Η έγκαιρη προετοιμασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων μετρίασε, σε σημαντικό βαθμό, τις υφεσιακές επιδράσεις από τα capital controls, όπως διαπιστώνει η Εθνική Τράπεζα, σε ειδική έκθεσή της για την πορεία της οικονομίας.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της Εθνικής, από τα οικονομικά στοιχεία που έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται για το τρίτο τρίμηνο του 2015 παρατηρείται μια σχετική κάμψη, αλλά όχι μια ραγδαία συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας, παρά τα capital controls.
 
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν, η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων και ειδικά οι περιορισμοί στην ανάληψη μετρητών - με αποκορύφωμα την τραπεζική αργία τριών εβδομάδων τον Ιούλιο - δημιούργησαν εύλογες ανησυχίες για ένα άμεσο και σημαντικό πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα. 
Αυτή η εκτίμηση ενισχύθηκε από το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας που χαρακτήρισε την περίοδο Ιουνίου-Ιουλίου και τα διογκούμενα προβλήματα στη ρευστότητα της οικονομίας που δημιούργησε ο πολύμηνος αποκλεισμός της χώρας από εξωτερική χρηματοδότηση - με εξαίρεση την ΕΚΤ - σε συνδυασμό με τη ραγδαία απόσυρση τραπεζικών καταθέσεων από τα τέλη του 2014. 
Η επίδραση των ανωτέρω δυσμενών παραγόντων, σε συνδυασμό με τον παραδοσιακά υψηλό ρόλο των συναλλαγών σε μετρητά, επέτειναν τις ανησυχίες για ενδεχόμενη καθίζηση της οικονομικής δραστηριότητας μετά την επιβολή των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων. 
 
Σε αυτή την πρώιμη εκτίμηση συνετέλεσε και η κατάρρευση των κλαδικών δεικτών εμπιστοσύνης και οικονομικού κλίματος την ίδια περίοδο οι οποίοι, υπό το βάρος της αβεβαιότητας, μειώθηκαν σε επίπεδα που προοιώνιζαν ακόμα και διψήφια μείωση του πραγματικού ΑΕΠ. 
Οι δείκτες αυτοί δημοσιεύονται συνήθως νωρίτερα από τους δείκτες συγκυρίας και αποτυπώνουν εκτιμήσεις για τη μελλοντική πορεία της δραστηριότητας.
Ωστόσο, η πληροφόρηση για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας μέσω των στοιχείων που απορρέουν από τους δείκτες συγκυρίας που έχουν αρχίσει σταδιακά να δημοσιεύονται για το 3ο τρίμηνο του 2015, καταδεικνύουν κάμψη αλλά όχι ραγδαία συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. 
 
Οι συγκεκριμένοι δείκτες εμφανίζουν μεγαλύτερη συσχέτιση με το ΑΕΠ και σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται άμεσα για την κατάρτισή του. 
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντική, καθώς τα περισσότερα στοιχεία αφορούν το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου με τον Ιούλιο να είναι ο μήνας επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων, και ειδικότερα ο μήνας της τραπεζικής αργίας τριών εβδομάδων και υπολειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. 
Επίσης, ήταν ο μήνας κορύφωσης της αβεβαιότητας με την διακίνηση σεναρίων, σε ανώτατο επίπεδο, από ξένους αξιωματούχους ακόμη και για προσωρινή αναστολή της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωζώνη. 
Η επίτευξη νέας συμφωνίας για ένα τριετές πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης στις 13 Ιουλίου και η ενεργοποίησή του τον Αύγουστο, σε συνδυασμό με τη σταδιακή πορεία χαλάρωσης των κεφαλαιακών περιορισμών - ειδικά για τις επιχειρήσεις - δημιουργούν βάσιμη αισιοδοξία για υποχώρηση των πτωτικών πιέσεων στην οικονομική δραστηριότητα. Αναμφισβήτητα, οι υφεσιακές πιέσεις δεν είναι δυνατό να εκλείψουν από το 2ο εξάμηνο του 2015, εξαιτίας της επιβεβλημένης εντατικοποίησης της δημοσιονομικής προσπάθειας και της εξασθένησης της σημαντικής εποχικής στήριξης που παρέχει ο τουρισμός, αλλά αναμένεται να είναι παροδικές. 
 
Η πορεία των δημοσίων εσόδων και ειδικά συγκεκριμένων κατηγοριών φόρων που εμφανίζουν υψηλή συσχέτιση με την οικονομική δραστηριότητα, όπως τα έσοδα από ΦΠΑ (εκτός καυσίμων) που μειώθηκαν κατά 4,8%, σε ετήσια βάση, το δίμηνο Ιουλίου Αυγούστου, δεν προοιωνίζουν ραγδαία κάμψη της δραστηριότητας. 
Αυτό ισχύει ακόμη και κατόπιν εξαιρετικά συντηρητικών προσαρμογών για την επίπτωση στα έσοδα, εξαιτίας της μετάθεσης πληρωμών κατά ένα μήνα, του ρόλου του αποπληθωρισμού και της μετάταξης τμήματος των προϊόντων και υπηρεσιών στον υψηλότερο συντελεστή του 23% από τις 20 Ιουλίου.
Ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας σκληραγωγημένος από την πολυετή οικονομική κρίση, έχοντας βιώσει περιόδους όξυνσης της αβεβαιότητας αλλά και την πρόσφατη εμπειρία των κεφαλαιακών ελέγχων στην Κύπρο, είχε αρχίσει να προβαίνει ήδη, από τα τέλη του 2014, σε προληπτικές κινήσεις με σκοπό να περιορίσει τις επιπτώσεις της αβεβαιότητας και των ελέγχων, στη λειτουργία του και στη δυνατότητά του να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στα αποθέματα ρευστότητας του. 
 
Σε αυτό το πλαίσιο:
Επιχειρήσεις και νοικοκυριά απέσυραν και διακράτησαν σε μορφή μετρητών ή μετέφεραν στο εξωτερικό περίπου €41 δισ. τραπεζικών καταθέσεων μεταξύ Νοεμβρίου 2014 και Ιουνίου 2015. 
Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα απέσυραν €9.3 περίπου δισ. από τις τράπεζες σε αυτή την περίοδο, ποσοστό που αντιστοιχούσε στο 39% των συνολικών τους καταθέσεων (Νοεμβρίου 2014). 
Αντιστοίχως, τα νοικοκυριά απέσυραν €32 δισ. ήτοι το 24% των καταθέσεων τους, εκ των οποίων σχεδόν το ήμισυ διακρατήθηκε υπό μορφή μετρητών.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις – ειδικά οι εξωστρεφείς – ανέπτυξαν στρατηγικές για να αποφύγουν τα εμπόδια στη λειτουργία τους από την επιβολή ελέγχων. 
Στα πλαίσια αυτά, μετέφεραν ή διακράτησαν στο εξωτερικό ρευστότητα από την επιχειρηματική τους δραστηριότητα εκτός συνόρων και δόμησαν έτσι τις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές με ξένους αντισυμβαλλόμενους (πελάτες και προμηθευτές) ώστε να περιορίζουν τη χρήση εμβασμάτων από την Ελλάδα.
 
Στα πλαίσια προγραμματισμού της παραγωγής τους, πολλές επιχειρήσεις επιτάχυναν τις εισαγωγές παραγωγικών πόρων και πρώτων υλών στο 1ο εξάμηνο του 2015, όπως αυτό αντανακλάται στο ρυθμό αύξησης των εισαγωγών στις συγκεκριμένες κατηγορίες (κατά 11,7% κατά μ.ο. στο 1ο εξάμηνο του 2015, υπερδιπλάσιος του μ.ο. της τελευταίας τριετίας).
Παράλληλα, υπερδιπλασιάστηκαν οι συναλλαγές χωρίς τη χρήση μετρητών (χρεωστικές/πιστωτικές κάρτες και ηλεκτρονική τραπεζική) απορροφώντας σημαντικό τμήμα των επιπτώσεων στη ζήτηση από την τραπεζική αργία και τους περιορισμούς στις αναλήψεις μετρητών. 
 
Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση του εβδομαδιαίου σωρευτικού ορίου αναλήψεων στα €420 ευρώ από τον Αύγουστο, μεταφράζεται σε ένα μηναίο όριο αναλήψεων μετρητών της τάξης των 1.680 ευρώ, το οποίο δε φαίνεται να δημιουργεί εμπόδια στις καθημερινές συναλλαγές των περισσότερων νοικοκυριών, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο μέσο μηνιαίο ονομαστικό εισόδημα στην οικονομία.
Αναμφισβήτητα, οι μικρότερες, εσωστρεφείς και περισσότερο εξαρτημένες σε εισαγωγές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πολύ σημαντικότερες προκλήσεις και γι’ αυτό η έγκαιρη περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών καθώς και η προσαρμογή τους ώστε να αμβλύνουν ενδεχόμενες στρεβλώσεις που δημιουργούνται, αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Η διεθνής εμπειρία αλλά και το παράδειγμα της Κύπρου δείχνουν ότι σημαντικό τμήμα των υφεσιακών πιέσεων που χαρακτηρίζουν τις περιόδους επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων, απορρέουν κυρίως από τις πολιτικές που εφαρμόζονται προκειμένου να περιοριστούν υφιστάμενες σημαντικές μακροοικονομικές ανισορροπίες (όπως υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών), καθώς και την αποστέρηση της οικονομίας από εξωτερική χρηματοδότηση. Στην περίπτωση όμως, της Ελλάδας οι ανωτέρω κίνδυνοι φαίνεται να είναι πλέον, εξαιρετικά περιορισμένοι δεδομένου ότι:
 
Η ελληνική οικονομία μέσα από μία κοινωνικά επώδυνη διαδικασία έχει περιορίσει ή/και εξαλείψει τόσο το δημοσιονομικό έλλειμμα όσο και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με συνέπεια να έχει ελαχιστοποιηθεί η ανάγκη εντατικής και παρατεταμένης εφαρμογής υφεσιακών πολιτικών προσαρμογής.
Ο επιχειρηματικός κλάδος έχει υλοποιήσει σημαντικές και επώδυνες αναδιαρθρώσεις που συνοδεύτηκαν από συρρίκνωση του πληθυσμού των επιχειρήσεων κατά 30% -κυρίως μικρού και πολύ μικρού μεγέθους - και αύξηση της συγκριτικής συνεισφοράς στην επιχειρηματική δραστηριότητα των μεγαλύτερων και περισσότερο εξωστρεφών επιχειρήσεων που είναι ανθεκτικότερες απέναντι στις τρέχουσες προκλήσεις.
 
Η μείωση επίσης, του κόστους εργασίας ήταν πρωτοφανής, με το μέσο μισθό να συρρικνώνεται κατά 23% και το συγκριτικό μέσο μοναδιαίο κόστος εργασίας να μειώνεται σωρευτικά κατά 17,5% μεταξύ 2009 και 2014, επαυξάνοντας τα περιθώρια των επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν διακυμάνσεις στη ζήτηση και τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες.
Η ενεργοποίηση του νέου τριετούς προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης, σε συνδυασμό με την ευνοϊκότερη και εμπροσθοβαρή διάρθρωση της διαθέσιμης χρηματοδότησης από την ΕΕ και την αυξανόμενα υποβοηθητική στάση της ΕΚΤ, δημιουργούν ένα ευνοϊκό πλαίσιο για σταδιακή εξομάλυνση των συνθηκών ρευστότητας και εξωτερικής χρηματοδότησης της οικονομίας.
Εκτιμήσεις της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής βασισμένες στα υποδείγματα πρόβλεψης βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων τάσεων της οικονομικής δραστηριότητας, που συνδυάζουν πληροφόρηση από δείκτες συγκυρίας και προβλεπτικούς δείκτες καθώς και εκτιμήσεις της επίδρασης της δημοσιονομικής πολιτικής, καταδεικνύουν ότι η ύφεση θα είναι σημαντικά ηπιότερη από τις επίσημες προβλέψεις το 2015. 
 
Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά -1,3% ετησίως το 2015 (έναντι πρόβλεψης του προγράμματος για ύφεση -2,3% το 2015) με την ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ για το 2016 να διαμορφώνεται στο -1,2%. 
 
Η ενίσχυση της δημοσιονομικής προσπάθειας με εφαρμογή νέων μέτρων που αντιστοιχούν στο 2,5% του ΑΕΠ του 2ου εξαμήνου του 2015, εκτιμάται ότι ερμηνεύει το μεγαλύτερο τμήμα της προβλεπόμενης μέσης συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 3,7% ετησίως την ίδια περίοδο. 
Η υφεσιακή επίδραση από την κάμψη του ΑΕΠ στο 2ο εξάμηνο του 2015 μετακυλίεται επίσης και ως αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ του 2016 της τάξης του -2,5% (negative carry). 
H ετήσια επίπτωση από τα νέα δημοσιονομικά μέτρα το 2016 εκτιμάται στο -1,0% του ΑΕΠ, συγκριτικά με -1,4% το 2015 αν συνεκτιμηθεί και η επίδραση από την αναμενόμενη επιτάχυνση της εκκαθάρισης εκκρεμών οφειλών του δημοσίου προς των ιδιωτικό τομέα το 2016 (2,4% του ΑΕΠ περίπου το 2016).