Ευνοϊκή ρύθμιση για τον αναβαλλόμενο φόρο ζητούν οι τράπεζες

Ευνοϊκή ρύθμιση για τον αναβαλλόμενο φόρο ζητούν οι τράπεζες

Αίτημα για ευνοϊκή διευθέτηση του θέματος του αναβαλλόμενου φόρου, έχουν διατυπώσει οι τράπεζες, ώστε να μπορέσουν να κινηθούν με μεγαλύτερη άνεση στη διαχείριση των "κόκκινων" δανείων, χωρίς την απειλή απώλειας εποπτικών κεφαλαίων. 

Η ανάγκη διευθέτησης του αναβαλλόμενου φόρου κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη στην παρούσα φάση, καθώς το θέμα αναμένεται να ξανανοίξει από την Κομισιόν σε μία χρονική στιγμή που οι ελληνικές 
τράπεζες πρέπει να διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού την υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια που απέκτησαν με την ανακεφαλαιοποίηση του 2015.

Για το λόγο αυτό, αν και οι ευρωπαϊκές αρχές είναι ιδιαίτερα αυστηρές με την χρήση του αναβαλλόμενου φόρου από τις τράπεζες των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οι ελληνικές τράπεζες ζητούν μία θετική διευθέτηση του θέματος με το σκεπτικό ότι οι δείκτες των βασικών εποπτικών τους κεφαλαίων δίνουν τα περιθώρια, αφού κινούνται στο 12% - 12,5% έναντι 7,5% - 8% των άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το γεγονός, πάντως, είναι ότι επί των συνολικών ιδίων εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών που προσεγγίζουν τα 25 δις. ευρώ, τα 15,5 δις. ευρώ συνιστούν κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο.

Ειδικότερα, η Alpha Bank, επί ιδίων εποπτικών κεφαλαίων 7,2 δισ. ευρώ έχει κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο 3,7 δισ. ευρώ. Η Εθνική Τράπεζα, επί ιδίων εποπτικών κεφαλαίων 7,8 δισ. ευρώ έχει κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο 4 δισ. ευρώ. Η Eurobank, επί ιδίων εποπτικών κεφαλαίων 5,6 δις. ευρώ έχει κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο 3,9 δισ. ευρώ. Η Τράπεζα 
Πειραιώς, επί ιδίων εποπτικών κεφαλαίων 6,7 δισ. ευρώ έχει κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο 4 δισ. ευρώ.

Σημειώνεται ότι ο αναβαλλόμενος φόρος συνίσταται σε α) απαιτήσεις που προέρχονται από το PSI του 2012 και μπορούν να αποσβεστούν σε βάθος 30ετίας, β) ζημίες απομείωσης από δάνεια, οι οποίες μπορούν να αποσβεστούν σε περίοδο ίση με την περίοδο των δανείων, συνήθως 7 – 10 χρόνια, και γ) φορολογικές ζημίες, οι οποίες μπορούν να αποσβεστούν εντός 5ετίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, αίτημα των τραπεζών είναι η 5ετία αυτή να γίνει 20ετία.

Το Νοέμβριο, πάντως, η Κομισιόν δήλωσε έτοιμη να συνεχίσει τις συζητήσεις για τη διαμόρφωση του οριστικού καθεστώτος του αναβαλλόμενου φόρου για τις τράπεζες των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Η αρμόδια επίτροπος για το θέμα είχε δηλώσει τότε ότι την τελευταία διετία υπήρξε συνεργασία με Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού που αφορούν τις κρατικές εγγυήσεις για τις λεγόμενες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTA) και "η πρόοδος που σημειώθηκε επιτρέπει στην Επιτροπή να περατώσει τη σχετική συζήτηση με τα εν λόγω κράτη μέλη".

Το θέμα της χρήσης του αναβαλλόμενου φόρου από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου είχε ανακινηθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές διότι διαπιστωνόταν καταχρηστική χρήση.

Οι τράπεζες δημιουργούν αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις στους λογαριασμούς τους με την προοπτική ότι θα καταβάλλουν λιγότερους φόρους στο μέλλον, αναβάλλοντας την έκπτωση μιας δαπάνης ή ζημίας από το φορολογητέο εισόδημά τους. Ωστόσο, θα λάμβαναν φορολογική έκπτωση από το Δημόσιο μόνον εάν είχαν θετικό φορολογητέο εισόδημα στο σχετικό μελλοντικό έτος. 

Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, το Δημόσιο χορηγούσε εγγύηση για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις με σκοπό να διασφαλιστεί ότι δεν θα τιμωρούνται οι τράπεζες επειδή προέβησαν σε "προβλεπόμενες" πληρωμές φόρων προς το Δημόσιο. Διαπιστώθηκε, ωστόσο, από την Κομισιόν ότι τα εν λόγω καθεστώτα εγγυήσεων είχαν αρχίσει να αποκλίνουν από τον αρχικό τους σκοπό: το Δημόσιο χορηγούσε εγγυήσεις σε όλες τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. 

Συγκεκριμένα, το Δημόσιο δεσμευόταν ότι θα επέστρεφε στις τράπεζες τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, ακόμη και αν μια τράπεζα ήταν ζημιογόνος και δεν είχε καταβάλει καθόλου φόρο εισοδήματος όταν δημιούργησε τις σχετικές απαιτήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεν αντιστοιχούσαν σε "προβλεπόμενη" πληρωμή φόρου εισοδήματος. Αντιθέτως, οι εγγυήσεις του Δημοσίου ενείχαν τον κίνδυνο χορήγησης στις εν λόγω τράπεζες αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών τους. 

Τα παραπάνω, βεβαίως, δεν ισχύουν πλέον, αφού και τα τέσσερα κράτη μέλη έχουν αλλάξει τα καθεστώτα τους, θέτοντας τέλος στη δημιουργία νέων εγγυημένων από το Δημόσιο αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε προβλεπόμενη καταβολή φόρων εισοδήματος. Επιπλέον, όσον αφορά στο υφιστάμενο απόθεμα αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων με εγγύηση του Δημοσίου, όλα τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει σύστημα για την επαρκή αποζημίωση του Δημοσίου για την εγγύηση. Στην Ιταλία και στην Ισπανία, οι τράπεζες θα καταβάλλουν ετήσιες πληρωμές για την εγγύηση που λαμβάνουν. Στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, το Δημόσιο θα λαμβάνει αποζημίωση με τη μορφή μετοχών σε περίπτωση που χρειαστεί να πληρώσει αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις σε ζημιογόνο τράπεζα. 

Εκκινώντας από το συγκεκριμένο σημείο προόδου, η Κομισιόν είναι διατεθειμένη να περατώσει τη συζήτηση με τα εν λόγω κράτη μέλη και οι ελληνικές τράπεζες ενδιαφέρονται να πετύχουν την καλύτερη συμφωνία ενόψει της "κεφαλαιοβόρας" διαδικασίας μείωσης των NPLs

22.12.2016