Γιατί η Εθνική Τράπεζα πρέπει να πουλήσει την Finansbank τώρα

Γιατί η Εθνική Τράπεζα πρέπει να πουλήσει την Finansbank τώρα

Την τελευταία ευκαιρία για την πώληση της Finansbank φαίνεται πως έχει ηΕθνική Τράπεζα, καθώς οι προβλέψεις για την τουρκική Οικονομία και τον τραπεζικό τομέα της γείτονος χώρας προδιαγράφουν χειρότερες μέρες μεσοπρόθεσμα. Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας καλείται να προβεί στην πώληση του 100% της τουρκικής θυγατρικής της άμεσα, όχι μόνο γιατί αυτό υπαγορεύεται από την DGComp και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εθνική συνεπεία της λήψης κρατικής ενίσχυσης για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, αλλά γιατί είναι προφανής η χειροτέρευση των γεωπολιτικών κινδύνων και των οικονομικών ρίσκων στην Τουρκία.

Υπό τις συνθήκες που διαμορφώνονται πλέον, το τίμημα που θα εισπράξει η
Εθνική Τράπεζα από την πώληση της Finansbank αποσυνδέεται συγκριτικά με το τίμημα που είχε καταβάλει για την εξαγορά της το 2006, αφού οι συνθήκες σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές διεθνώς. Στο πλαίσιο αυτό, οι συνθήκες αγοράς της Finansbank το 2006 δεν μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη για τις στρατηγικές αποφάσεις της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας του 2015, εν μέσω κλίματος ευρύτερης ύφεσης. Σημειώνεται ότι στις παρούσες συνθήκες, οι τράπεζες στην Τουρκία διαπραγματεύονται στο 0,8 – 0,9 της λογιστικής τους αξίας.  

Το "στοίχημα" για την διοικητική ομάδα που βρίσκεται σήμερα στο "τιμόνι" της Εθνικής 
Τράπεζας θα είναι να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την πώληση της Finansbank, αποπληρώνοντας το συντομότερο την κρατική βοήθεια που έλαβε (σημειώνεται ότι έναντι αυτής, η Εθνική βαρύνεται με CoCos 2,03 ευρώ, για την αποπληρωμή των οποίων θα πρέπει να καταβάλει ετησίως άνω των 600 εκατ. ευρώ σε τόκους). Παράλληλα, όπως διαμορφώνονται οι συνθήκες στην Τουρκία, η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας θα πρέπει να προλάβει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την εκεί δραστηριότητά της. Είναι ενδεικτικό ότι έναντι της έκθεσής της στην τουρκική αγορά, η Εθνική Τράπεζα βαρύνεται με κόστος 1 δις. ευρώ στο restructuring plan που έχει υποβάλει στην DGComp, το οποίο θα παύσει να υφίσταται με την πώληση της Finansbank.

Η πώληση της 
Finansbank επιπλέον θα λειτουργήσει ενισχυτικά στην κεφαλαιακή δομή της Εθνικής, καθώς μετά την πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας, ο δείκτης ιδίων εποπτικών κεφαλαίων διαμορφώνεται στο 14,5%, ενώ συνυπολογιζομένης της πώλησης τηςFinansbank και της δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου σε ορίζοντα 3ετίας, ο δείκτης θα ανέλθει στο 25%.

Πέρα από τα οποιαδήποτε οφέλη της πώλησης της 
Finansbank, πάντως, το μείζον που αναδεικνύεται στην παρούσα φάση είναι το πώς θα αποφευχθούν οι κίνδυνοι που εμφανίζονται στην τουρκική αγορά και οι οποίοι μπορεί να αποδειχτούν μεσοπρόθεσμα μοιραίοι για την αξία της επένδυσης της ΕθνικήςΤράπεζας στη γείτονα. 

Οι τελευταίες εκθέσεις διεθνών οίκων για τον τραπεζικό τομέα της Τουρκίας προβλέπουν επιδείνωση των δεδομένων του μεσομακροπρόθεσμα.

Ενδεικτικά η 
Barclays αναμένει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Τουρκία κατά τα επόμενα 2 – 3 χρόνια, με σοβαρές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και κατά συνέπεια στον τραπεζικό κλάδο που είναι εκτεθειμένος σε αυτές. Οι τουρκικές επιχειρήσεις είναι υπερδανεισμένες σε συνάλλαγμα (δολάριο) και ως εκ τούτου αύξηση των επιτοκίων από τη FED θα έχει σημαντική αρνητική επίπτωση στον δανεισμό τους. Την ίδια στιγμή, τα δάνεια παρουσιάζουν ήδη αύξηση στις καθυστερήσεις αποπληρωμής, κάτι που θα οδηγήσει τις τουρκικές τράπεζες στο να αυξήσουν περαιτέρω τη λήψη προβλέψεων έναντι επισφαλειών.

Όπως αναφέρει η 
Barclays, οι τράπεζες στην Τουρκία μπαίνουν σε μια περίοδο προσαρμογής με χαμηλή ήδη κερδοφορία, κεφαλαιακά θα "υποφέρουν" από επιπρόσθετες συναλλαγματικές αναταράξεις, τη στιγμή που είναι αδύναμες να δημιουργήσουν επαρκές εσωτερικό κεφάλαιο.

Οι φθηνές αποτιμήσεις του τουρκικού τραπεζικού τομέα αντανακλούν ήδη σε μεγάλο βαθμό τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο κλάδος προσεχώς.

Ο διεθνής οίκος εκτιμά ως κυριότερους κινδύνους (downside risks) για τον τουρκικό τραπεζικό τομέα την περιορισμένη δολαριακή ρευστότητα παγκοσμίως και τις εκροές κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές.

Ακόμη και στην περίπτωση που το τραπεζικό σύστημα στην Τουρκία προσαρμοστεί ομαλά στις συνθήκες αυτές - λένε οι αναλυτές του οίκου -, θα αντιμετωπίσει χαμηλότερη πιστωτική επέκταση, υψηλό κόστος χρηματοδότησης (cost of funding),  σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και πιέσεις στην κερδοφορία του. 

Τον νομισματικό κίνδυνο για την τουρκική αγορά διαβλέπει σε έκθεσή της και η 
Goldman Sachs. Όπως εκτιμά ο διεθνής οίκος, υπό την προοπτική πιθανής ανόδου των επιτοκίων από τη FED τον Δεκέμβριο (σημειώνεται ότι χθες ξεκίνησε η διήμερη σύνοδος της FED και οι αγορές προεξοφλούν αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου, την πρώτη μετά από σχεδόν 10 χρόνια), η ΚεντρικήΤράπεζα της Τουρκίας θα πρέπει να δράσει.

Σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές της 
Goldman Sachs, η ΚεντρικήΤράπεζα της Τουρκίας θα οδηγηθεί σε αύξηση του επιτοκίου χρηματοδότησης στο 12% τον επόμενο χρόνο, κίνηση η οποία θα επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών. Και παρόλο που, όπως εκτιμούν, η επιβάρυνση αυτή αναμένεται χαμηλότερη συγκριτικά με το παρελθόν δεδομένου ότι οι τράπεζες έχουν προηγηθεί με αύξηση του κόστους καταθέσεων, προβλέπεται περιστολή του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (NIM) κατά 20 μονάδες βάσης το 2016, καθώς και συνολική απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) για τις τράπεζες σε μόλις 11% τον επόμενο χρόνο.

Όπως εκτιμά η Goldman Sachs, αν η Κεντρική 
Τράπεζα της Τουρκίας δεν κάνει σφικτότερη τη νομισματική της πολιτική αυξάνοντας τα επιτόκια, τότε οι κίνδυνοι μπορεί να γίνουν ακόμη μεγαλύτεροι, προκαλώντας σημαντική υποαπόδοση για την τουρκική λίρα και το τουρκικό χρηματιστήριο.

Ο συναλλαγματικός κίνδυνος επισημαίνεται ως μείζων και στο ενημερωτικό δελτίο για την πρόσφατη ΑΜΚ της Εθνικής 
Τράπεζας, καθώς αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "σημαντικές διακυμάνσεις σε οποιοδήποτε νόμισμα ο όμιλος δραστηριοποιείται, και ιδίως στην τουρκική λίρα, θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς συναλλαγματικές επιπτώσεις στις οικονομικές καταστάσεις του ομίλου και ιδίως να επηρεάσουν τα αποτελέσματα χρήσεως και να επηρεάσουν δυσμενώς τον ισολογισμό του".

Σημειώνεται ότι οι δραστηριότητες της Εθνικής 
Τράπεζας στην Τουρκία μέσω της Finansbank αποτελούσαν στις 30/9/15 το 26,2% των προσαρμοσμένων δανείων και απαιτήσεων κατά πελατών προ προβλέψεων απομείωσης του ομίλου και το 37% των καθαρών εσόδων από τόκους. Επιπλέον, η διακράτηση του ομίλου τουρκικών κρατικών ομολόγων αντιπροσώπευε το 2,3% του συνολικού ενεργητικού του ομίλου και 13,6% των χρεογράφων του επενδυτικού χαρτοφυλακίου του στις 30/9/15.

Συνεπώς, ο όμιλος είναι εκτεθειμένος σε λειτουργικούς κινδύνους στην Τουρκία, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται επίσης:

   Οι εσωτερικοί πολιτικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες (π.χ. εσωτερικές αναταραχές, κλιμάκωση των τρομοκρατικών επιθέσεων στο εσωτερικό της χώρας, επεισόδια μεταξύ Τουρκίας και PKK (Λαϊκού Κόμματος Κουρδιστάν) που σημάδεψαν μια περίοδο με αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα και ανησυχίες για την ασφάλεια).

   Οι αυξανόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι (προσφάτως η κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία σε ένα ήδη επιβαρυμένο κλίμα α) από τη συνεχιζόμενη αναταραχή στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα στη Συρία, β) την κρίση στις σχέσεις Ρωσίας – Ουκρανίας που επηρεάζουν την Τουρκία και μερικούς από τους κυριότερους εμπορικούς της εταίρους και στρατηγικούς συμμάχους της, και γ) τις ενισχυμένες γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης).

-    Τα αποτελέσματα των συνεχιζόμενων πιστωτικών δυσκολιών παγκοσμίως που επηρεάζουν και τις προοπτικές ανάπτυξης στην Τουρκία.

-    Η Τουρκία παραμένει εξαρτημένη από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης , η Οικονομία της είναι ιδιαιτέρως εκτεθειμένη σε τυχόν μεταβολές της παγκόσμιας δραστηριότητας και των επενδυτικών προσδοκιών και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται πως θα παραμείνει σημαντικό. Επίσης, η χώρα έχει υψηλό ποσοστό ανεργίας και υψηλό πληθωρισμό που παρουσιάζει μεγάλη μεταβλητότητα. 

Όλα τα παραπάνω, ενέχουν υψηλά επίπεδα μακροοικονομικού, χρηματοοικονομικού και πολιτικού κινδύνου για τη λειτουργία της
Finansbank στο ορατό μέλλον (επιτάχυνση εκροής καταθέσεων με συνέπεια την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης του ομίλου, επιδείνωση ποιότητας δανειακού χαρτοφυλακίου, δυσκολίες πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων από τυχόν πιστοληπτικές διαβαθμίσεις κ.λπ.) με πιθανές επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας

16/12/2015