Η αβεβαιότητα 'παγώνει' τις αποπληρωμές ρυθμισμένων δανείων

Η αβεβαιότητα 'παγώνει' τις αποπληρωμές ρυθμισμένων δανείων

Απότομο φρένο στην εξυπηρέτηση των δανείων που έχουν ρυθμίσει οι τράπεζες, κρούοντας καμπανάκι κινδύνου για την επίτευξη του στόχου μείωσης των NPLs, βάζει η αβεβαιότητα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.
 
Στις ρυθμίσεις δανείων οι τράπεζες έχουν εναποθέσει τις προσδοκίες τους για την επαναφορά της ομαλής ροής στις αποπληρωμές και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους, καθώς είναι το κύριο μέσο με το οποίο θα επιχειρηθεί ο στόχος μείωσης των NPLs μέχρι το 2019 και ειδικά το 2017.

Οι τράπεζες είχαν δει τα πρώτα θετικά σημάδια από τις ρυθμίσεις δανείων το περασμένο φθινόπωρο, όταν απέδωσε καρπούς η προσπάθεια που είχαν ξεκινήσει από το 2015, καλώντας τον κάθε δανειολήπτη, ληξιπρόθεσμο ή μη, να ρυθμίσει το δάνειό του έτσι ώστε να διασφαλίζονται οι πληρωμές των μηνιαίων δόσεων και τα δάνεια να μην "ξανακοκκινίζουν". Στο πλαίσιο αυτό, ο δείκτης των ρυθμισμένων δανείων που ξαναγίνονταν "κόκκινα" είχε υποχωρήσει κάτω του 20% από 40% προ διετίας, όταν ακόμη οι τράπεζες δεν είχαν καθιερώσει τις tailor made ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, δύο χρόνια πριν, τα στοιχεία έδειχναν ότι το ποσοστό των δανείων που είχαν μπει σε καθεστώς ρύθμισης (ακόμη και πλέον της μιας φοράς) και ξαναγίνονταν "κόκκινα" εντός δωδεκαμήνου από τη ρύθμισή τους, έφτανε στο 43,3%. Τα επιμέρους ποσοστά εκτινάσσονταν στο 62,8% για τα ρυθμισμένα καταναλωτικά δάνεια και διαμορφώνονταν στο 41,8% για τα ρυθμισμένα στεγαστικά και στο 40,6% για τα ρυθμισμένα επιχειρηματικά δάνεια. Μέσα στο 2016 ο μέσος δείκτης redefault υποχώρησε στο 17% - 18% και αυτό ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων που ακολούθησαν εντατικοποιημένα οι τράπεζες. Τώρα, το επίτευγμα αυτό των τραπεζών απειλείται με ανατροπή, καθώς οι δανειολήπτες "παγώνουν" ξανά τις πληρωμές τους, αναμένοντας τις εξελίξεις από το μέτωπο της αξιολόγησης.

Πρόκειται για φαινόμενο που ανησυχεί έντονα τους τραπεζίτες, αφού η ομαλοποίηση των αποπληρωμών μέσω της αύξησης των ρυθμίσεων δανείων αποτελεί βασικό στόχο υπό την παρακολούθηση του SSM. Μάλιστα, ο στόχος αυτός αφορά και τα δάνεια με καθυστέρηση κάτω των 90 ημερών.

Σύμφωνα με την τελευταία καταγραφή στοιχείων που είχε πραγματοποιήσει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι τράπεζες είχαν ρυθμίσει το 72,4% των ανοιγμάτων αβέβαιης είσπραξης, δηλαδή των δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι θα καταστούν μη εξυπηρετούμενα. Χάρη στις ρυθμίσεις αυτές, στο τελευταίο τρίμηνο του 2016 οι τράπεζες θα εμφανίσουν βελτιωμένες επιδόσεις στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων. 

Μόνο μέσα στο α΄ εξάμηνο του 2016, με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΤτΕ, το σύνολο των ρυθμισμένων ανοιγμάτων (Forborne) των τραπεζών ανήλθε σε 46,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 8,6% σε σχέση με το τέλος του 2015. Ο λόγος των ρυθμισμένων ανοιγμάτων προς τα συνολικά ανοίγματα ανήλθε σε 19,5% για το α΄ εξάμηνο του 2016 από 17,6% στο τέλος του 2015. Ειδικότερα, τα ρυθμισμένα εξυπηρετούμενα ανοίγματα αυξήθηκαν κατά 12,1% σε σχέση με το τέλος του 2015, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα ρυθμισμένα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ανήλθε σε 7,2%. Τα στεγαστικά δάνεια εμφάνισαν τον υψηλότερο λόγο ρυθμισμένων ανοιγμάτων προς τα συνολικά ανοίγματα στεγαστικών δανείων (29,4%), ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τα καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια ανήλθαν σε 19% και 15% αντίστοιχα. 

Σημειώνεται ότι στο διάστημα αυτό, οι μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις από πλευράς τραπεζών αυξήθηκαν κατά 31%, ενώ κατά 61% ήταν η αύξηση στο διάστημα Ιουνίου 2015 – Ιουνίου 2016.  Το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά κυρίως τις κατηγορίες των επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων, με την τελευταία κατηγορία να αυξάνεται κατά 145% το α΄ εξάμηνο του 2016 σε σχέση με το τέλος του 2015.

Παρά τις επιδόσεις αυτές πάντως και τη στροφή στις μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις, οι τράπεζες είχαν να αντιμετωπίσουν ένα ποσοστό 37,5% των συνολικών ρυθμισμένων συμβάσεων (δανειακών φακέλων) που χρειάζονταν ξανά ρύθμιση. Τώρα, λόγω αβεβαιότητας και παύσης πληρωμών, το ποσοστό αυτό κινδυνεύει να εκτροχιαστεί, δημιουργώντας αρνητικά δεδομένα για τις τράπεζες ήδη από τον επικείμενο πρώτο τριμηνιαίο έλεγχο επιδόσεων από τον SSM.

10.02.2017