Με μπόνους από το ράλι των ομολόγων οδεύουν στα stress tests οι τράπεζες

Με μπόνους από το ράλι των ομολόγων οδεύουν στα stress tests οι τράπεζες

Με σημαντικά ενισχυμένους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, παίρνοντας  "μπόνους" από το ράλι των κρατικών ομολόγων, οδεύουν στα stress tests του 2018 οι ελληνικές τράπεζες.

Το ράλι του τελευταίου διαστήματος που έχει ρίξει τις αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων κάτω του 4% - επίπεδα που είναι τα χαμηλότερα των τελευταίων 11 ετών -, δεν λειτουργεί θετικά μόνο για το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και τον σχεδιασμό των επόμενων εκδόσεων. Ενόψει της κρίσιμης αξιολόγησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ (SSM) στα stress tests του ερχόμενου Φεβρουαρίου, η άνοδος των τιμών των ελληνικών ομολόγων αποτελεί το καλύτερο δώρο για τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών, τα οποία μπορεί να ενισχυθούν έως και κατά 50 μονάδες βάσης μέχρι τα τέλη του έτους. Φέρνοντας έτσι τις τράπεζες σημαντικά ενισχυμένες για τα τεστ κοπώσεως από την… αίθουσα αναμονής.  

Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες πρόκειται να τεσταριστούν με βάση τον ισολογισμό του 2017 και με πρωταρχικό κρίσιμο μέγεθος τον δείκτη των εποπτικών κεφαλαίων (CET 1). Τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που διαθέτουν στα χαρτοφυλάκιά τους είναι γραμμένα στους ισολογισμούς είτε ως διακρατούμενα μέχρι τη λήξη τους (held for maturity) ή κυρίως ως διαθέσιμα προς πώληση (available for sale) και άρα αποτιμώνται σε τιμές αγοράς. Κατόπιν αυτού, η άνοδος στις τιμές των ομολόγων, θα δημιουργήσει κέρδος για τις τράπεζες μέχρι τα τέλη του έτους, όταν χρονικά "κατεβαίνουν τα μολύβια" και παραδίδεται το "διαγώνισμα" στον SSM. 

Ωστόσο, το κέρδος για τις τράπεζες από την άνοδο των τιμών των ομολόγων, δεν θα περάσει από τα χρηματοοικονομικά τους κέρδη, αλλά θα αποτυπωθεί στα κεφάλαιά τους, αυξάνοντας το αποθεματικό τους μέσω της περαιτέρω ενίσχυσης του δείκτη CET 1. Ο τελευταίος κινείται ήδη στο 17%, αρκετά υψηλότερα από τα ελάχιστα απαιτούμενα επίπεδα και με το ράλι των ομολόγων ενισχύεται με πρόσθετο "μαξιλάρι ασφαλείας" που θα επιτρέψει στις τράπεζες να απορροφήσουν ευκολότερα τους κραδασμούς από το stress test.

Σημειώνεται ότι την δεύτερη με τρίτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, η ΕΚΤ πρόκειται να γνωστοποιήσει στις διοικήσεις των συστημικών τραπεζών τις μακροοικονομικές παραδοχές για τα stress tests (εκτιμήσεις βασικά για πορεία ΑΕΠ, τιμών ακινήτων, καταθέσεων και βεβαίως εκτιμήσεις για την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων).  

Εν τω μεταξύ, μία άλλη θετική, αλλά μικρότερων διαστάσεων, παράμετρος για τις τράπεζες από την άνοδο των τιμών των ομολόγων, αναμένεται σε επίπεδο ρευστότητας. Και αυτό διότι τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν χρησιμοποιούνται ως ενέχυρα στην ΕΚΤ για την άντληση ρευστότητας, με αποτέλεσμα η άνοδος της αποτίμησής τους να αυξάνει και την παρεχόμενη ρευστότητα. 

Συνολικά, η άνοδος των τιμών των ομολόγων δημιουργεί πολύ καλύτερες προοπτικές αποτίμησης για τις τράπεζες και αρκετοί τραπεζίτες και στελέχη της αγοράς αναμένουν ράλι και στις τραπεζικές μετοχές. Και αυτό όχι μόνο επειδή το κλίμα έχει βελτιωθεί μετά το επιτυχές swap των ομολόγων και την διαφαινόμενη έγκαιρη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης. Σε πολύ μεγάλο βαθμό διότι σημειώνεται μία μεγάλη στροφή των επενδυτών προς assets των χωρών της περιφέρειας και παρατηρείται ένα convergence play (σύγκλιση των  αποδόσεων όλων των κρατικών ομολόγων προς την απόδοση του γερμανικού bund), αντίστοιχο αυτού της περιόδου 2001 – 2002 όταν η Ελλάδα είχε μπει στο ευρώ. 

Τεχνικά, οι συνθήκες που διαμορφώνονται με την άνοδο των τιμών των ομολόγων και τη συνακόλουθη μείωση του επιτοκίου δανεισμού του Δημοσίου, οδηγούν σε χαμηλότερα επίπεδα τη συνολική τελική απόδοση που ζητούν οι επενδυτές από τα assets μίας χώρας (εν προκειμένω τις μετοχές). Και αυτό διότι η τελευταία διαμορφώνεται στη βάση της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου συν ένα επιπλέον περιθώριο που αντικατοπτρίζει την επιθυμητή από τον επενδυτή επιπλέον απόδοση. Με σταθερό το περιθώριο αυτό, όταν μειώνεται η απόδοση του κρατικού ομολόγου, μειώνεται το συνολικό τελικό άθροισμα για την επιθυμητή απόδοση, οδηγώντας σε άνοδο τις τιμές των assets (εν προκειμένω των μετοχών).

18.12.2017