Στο 'μικροσκόπιο' των ξένων επενδυτών μπαίνουν οι ελληνικές τράπεζες

Στο 'μικροσκόπιο' των ξένων επενδυτών μπαίνουν οι ελληνικές τράπεζες

Το πρώτο ραντεβού με τους ξένους επενδυτές, εγκαινιάζοντας ένα κρίσιμο γύρο επαφών που θα διεξαχθούν εντός του α΄ τριμήνου του έτους και θα είναι καθοριστικές για την επενδυτική στρατηγική στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, θα έχουν αυτή την εβδομάδα οι τράπεζες.

Συμμετέχοντας στο επενδυτικό event για τις αναδυόμενες αγορές της Deutsche Bank στο Λονδίνο, την Πέμπτη 19 Ιανουαρίου, οι ελληνικές τράπεζες θα βρεθούν στο επίκεντρο της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, με κρίσιμη "ατζέντα" τα "κόκκινα" δάνεια και την ποσοτική χαλάρωση. Θα ακολουθήσουν τον Φεβρουάριο, η συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών στο Greek Day που θα διοργανώσει η Πειραιώς Securities στις 16 Φεβρουαρίου στο Παρίσι και την επομένη, 17 Φεβρουαρίου, στο Μιλάνο, το αμιγώς επικεντρωμένο στα "κόκκινα" δάνεια των ιταλικών και των ελληνικών τραπεζών, επενδυτικό event της UBS. Ο γύρος των κρίσιμων επαφών των ελληνικών τραπεζών με τους ξένους επενδυτές θα κορυφωθεί στο Λονδίνο στις 21 – 23 Μαρτίου στο επενδυτικό forum της Morgan Stanley.

Οι επαφές που θα διεξαχθούν το προσεχές διάστημα έρχονται σε μία χρονική στιγμή όπου η Ελλάδα, ύστερα από οκτώ χρόνια κρίσης και τρία προγράμματα διάσωσης, αναζητεί διέξοδο στην ανάπτυξη. Το 2016 η Οικονομία ήταν στάσιμη και το 2017 υπάρχουν προσδοκίες για την εμφάνιση των πρώτων θετικών ρυθμών ανάπτυξης του ΑΕΠ ύστερα από 10 χρόνια. Ωστόσο, οι προβλέψεις είναι ακόμη ασταθείς τόσο λόγω της εκκρεμούσας αξιολόγησης, όσο και λόγω των ρευστών συνθηκών στο διεθνές περιβάλλον. 

Υπό το πρίσμα αυτό, οι επαφές των ελληνικών τραπεζών με τους ξένους επενδυτές χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα κρίσιμες, όχι μόνο γιατί το 2017 είναι μία μεταβατική και καθοριστική χρονιά για τον τραπεζικό κλάδο ενόψει των stress tests της ΕΚΤ το 2018, αλλά και διότι χρονικά πραγματοποιούνται σε ένα διάστημα κατά το οποίο προσδοκάται να κλείσει η εκκρεμούσα δεύτερη αξιολόγηση και να φανούν οι αναμενόμενες θετικές της επιπτώσεις. 

Ήδη στο πρώτο "τετ – α – τετ" με τους ξένους επενδυτές αυτή την εβδομάδα, το θέμα της συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, υπερσκελίζει το μεγάλο θέμα των "κόκκινων" δανείων. Και αυτό διότι η ένταξη στο QE θα έχει ως άμεση επίπτωση την πτώση των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, διαμορφώνοντας τις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επίπεδα ικανά να ξαναβγάλουν την Ελλάδα για δανεισμό στις διεθνείς αγορές ενόψει του 2018, οπότε λήγει το πρόγραμμα προσαρμογής. 

Στην παρούσα φάση, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κινείται στο 6,9%. Σημειώνεται ότι την τελευταία φορά που η Ελλάδα είχε πραγματοποιήσει έξοδο για δανεισμό στις διεθνείς αγορές, τον Αύγουστο του 2014, οπότε μπόρεσε να αντλήσει χρηματοδότηση, εκδίδοντας τριετή ομόλογα με απόδοση 3,30%, το επιτόκιο του δεκαετούς κρατικού ομολόγου κινούνταν στο 5,50% - 5,80%.

Όπως αναφέρουν τραπεζίτες στο Capital.gr, η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ είναι κομβικής σημασίας. Όπως αναφέρουν, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι διαχειρίσιμο και είναι ίσως από τα χαμηλότερα κόστη στην Ευρώπη. Ωστόσο, αυτό που ανησυχεί πολλούς ξένους επενδυτές είναι το ύψος του χρέους σε απόλυτο νούμερο. Αν η χώρα είχε πρόσβαση στην ποσοτική χαλάρωση, αυτό θα βελτίωνε την εμπιστοσύνη και θα έβαζε ξανά την Ελλάδα στην κατηγορία των σταθερών χωρών.

Σημειώνεται ότι υπό το τρέχον πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ αγοράζει μηνιαίως ομόλογα 80 δισ. ευρώ έως τον Μάρτιο του 2017 και 60 δισ. ευρώ στη συνέχεια. Τα ελληνικά ομόλογα εξαιρούνται από τις αγορές μέχρι να κριθεί βιώσιμο το χρέος και λόγω θεμάτων που σχετίζονται με την διαχείριση κινδύνου από πλευράς ΕΚΤ.

Παράλληλα με το θέμα του QE, οι ξένοι επενδυτές έχουν στην ατζέντα τους σταθερά το θέμα των "κόκκινων" δανείων. 

Στον τομέα αυτό, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεν να παρουσιάσουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει με τη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης των "κόκκινων" δανείων, αλλά ακόμη παραμένουν κρίσιμα θέματα ανοιχτά.

Ειδικότερα, οι ξένοι επενδυτές ενδιαφέρονται για δύο θέματα που κρίνουν πως αποτελούν "κλειδί" για να προχωρήσουν οι αναδιαρθρώσεις δανείων και να επέλθει η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. 

Πρόκειται αφενός για τη νομική κάλυψη προς τα στελέχη των τραπεζών που έχουν την αρμοδιότητα να προχωρήσουν στις αποφάσεις για το μέλλον υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, προκρίνοντας αναδιαρθρώσεις και πωλήσεις δανείων ή πτωχεύσεις επιχειρήσεων. Και αφετέρου για το κατά πόσον οι αναδιαρθρώσεις που θα αποφασιστούν θα μπορούν να προχωρήσουν χωρίς την 100% συναίνεση των παλαιών μετόχων, με δικαίωμα των τραπεζών να αποφασίζουν για τη διοίκηση των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.

17.01.2017