Στουρνάρας: Η Ελλάδα χρειάζεται μεγάλου ύψους ξένες άμεσες επενδύσεις - Υγιές το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας

Στουρνάρας: Η Ελλάδα χρειάζεται μεγάλου ύψους ξένες άμεσες επενδύσεις - Υγιές το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας
«Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία», υποστήριξε ο κ. Στουρνάρας

Την εκτίμηση ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεγάλου ύψους ξένες άμεσες επενδύσεις εξέφρασε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, σε ομιλία του στην Ευρωαραβική Σύνοδο, σήμερα Πέμπτη 3 Νοεμβρίου, με θέμα: «Προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά από έξι χρόνια προσαρμογής».
Ο κ. Στουρνάρας ανέλυσε, μεταξύ άλλων, τους λόγους για τους οποίους «τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία αποτελούν πρώτης τάξεως επενδυτική ευκαιρία».
Πιο συγκεκριμένα, τόνισε πως η Ελλάδα ετοιμάζεται να επανέλθει στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κανονικότητα και να εφαρμόσει ένα νέο υπόδειγμα εξωστρεφούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης, που θα βασίζεται στους τομείς των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθιστώντας, ωστόσο, σαφές πως «θα απαιτηθούν νέες επενδύσεις προκειμένου να ενισχυθεί η εξαγωγική βάση των εξωστρεφών επιχειρήσεων».


«Η Ελλάδα χρειάζεται μεγάλου ύψους ξένες άμεσες επενδύσεις», επισήμανε ο διοικητής της ΤτΕ και στη συνέχεια εξέφρασε τους λόγους για τους οποίους η χώρα είναι ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.
Αναλυτικότερα, αναφέρθηκε στις αλλαγές πολιτικής που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια ευνοούν την ανάπτυξη, δημιουργώντας έτσι επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες, στο υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, που διαθέτει η χώρα, και στον νέο αναπτυξιακό νόμο.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη γεωγραφική θέση της χώρας και τα δυνητικά οφέλη στους τομείς του εμπορίου, των logistics, των μεταφορών και της ενέργειας.
Ο διοικητής της ΤτΕ έκανε ειδική αναφορά στον τουριστικό τομέα, αλλά και στην ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας, που της εξασφαλίζει συμμετοχή στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ.
Τέλος, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε πως το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας είναι υγιές.


Νωρίτερα, ο διοικητής της ΤτΕ ξεκίνησε την ομιλία του, τονίζοντας πως «από την αρχή της κρίσης δημόσιου χρέους, τα τελευταία έξι χρόνια, η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την προσαρμογή των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών της και έχει εφαρμόσει ένα τολμηρό πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ως αποτέλεσμα αυτής της προσαρμογής, επιτεύχθηκε πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή, αποκαταστάθηκε η ανταγωνιστικότητα, πραγματοποιήθηκε σημαντική προσαρμογή στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών και υλοποιήθηκαν «τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Επιπλέον, συνέχισε ο διοικητής της ΤτΕ, επιτεύχθηκε εντυπωσιακή εξισορρόπηση της οικονομίας, ενώ οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν και επιτεύχθηκε σημαντική αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα. 
Ειδικότερα για τις τράπεζες επισήμανε πως «τα τελευταία χρόνια, το τοπίο του τραπεζικού συστήματος έχει αλλάξει δραστικά, καθώς ο αριθμός των τραπεζών μειώθηκε μέσω συγχωνεύσεων, εξαγορών και διαδικασιών εξυγίανσης. 
Σήμερα το εγχώριο τραπεζικό σύστημα αποτελείται από τέσσερις συστημικές τράπεζες και ορισμένες άλλες μικρότερες. 
Το τραπεζικό σύστημα, μετά από διαδοχικούς γύρους ανακεφαλαιοποιήσεων, με σημαντική συμμετοχή επενδυτών από τον ιδιωτικό τομέα, και την εφαρμογή σχεδίων αναδιάρθρωσης, είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στη μεγάλη πρόκληση την οποία δημιουργεί το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. 
Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων είναι το κλειδί για την ανάκαμψη της προσφοράς πιστώσεων και για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και κλάδων της πραγματικής οικονομίας».


Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε ο διοικητής της ΤτΕ, η Ελλάδα παραμένει ακόμη σε πρόγραμμα προσαρμογής, σε αντίθεση με την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, οι οποίες, αν και υπήχθησαν σε προγράμματα μετά από την Ελλάδα, πέτυχαν ήδη να εξέλθουν. 
Όπως προσέθεσε, «αυτή η καθυστέρηση οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι: η μη οικειοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και η απροθυμία μερίδας του πολιτικού συστήματος να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, η αντιμνημονιακή ρητορική, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων και η αδυναμία τους να καταλήξουν σε συνεννόηση, καθώς και τα διάφορα - μικρά και μεγάλα - κεκτημένα συμφέροντα που προέβαλαν αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα όμως, το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν έχουν ακόμη εκπληρώσει τη δέσμευσή τους για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, σύμφωνα με τις αποφάσεις που έλαβε το Eurogroup ήδη από το Νοέμβριο του 2012 (με πιο πρόσφατη την απόφαση του Μαΐου 2016), αλλά και το ότι σε κάθε καθυστέρηση στη διαπραγμάτευση, ακόμη και για τεχνικά ζητήματα, ορισμένοι από τους εταίρους επέσειαν ως απειλή τον κίνδυνο εξόδου της χώρας από το ευρώ, με ανάλογες επιπτώσεις στο κλίμα που επικρατούσε στις αγορές, επέτειναν την αβεβαιότητα και επηρέασαν αρνητικά το οικονομικό κλίμα στη χώρα.


Υπήρξαν ακόμα ορισμένοι εσφαλμένοι υπολογισμοί στο σχεδιασμό των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, που μπορεί επίσης να εξηγούν την καθυστέρηση έναντι των άλλων χωρών που εφάρμοσαν στο παρελθόν ανάλογα προγράμματα. Δεδομένου του μεγέθους των δημοσιονομικών ανισορροπιών το Μάιο του 2010, όταν ξεκίνησε το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση, στον εξορθολογισμό των διαδικασιών κατάρτισης του προϋπολογισμού, στην αύξηση της διαφάνειας της δημοσιονομικής διαχείρισης, καθώς και στην αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Λιγότερη έμφαση δόθηκε στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που ενισχύουν την ανάπτυξη, αλλά και στις μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, και στην αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα. Επιπλέον, οι προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης ήταν υπεραισιόδοξες και οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές απεδείχθησαν υψηλότεροι από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Έτσι, η οικονομία παγιδεύθηκε σε ένα φαύλο κύκλο λιτότητας, ύφεσης, αυξανόμενης ανεργίας και συσσώρευσης υπερβολικού χρέους του ιδιωτικού τομέα». 


Επισήμανε, ακόμα, πως «παρά την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές υπολείπονται του επιπέδου που θα αναμενόταν με βάση τις ιστορικές συσχετίσεις μεταξύ των μεγεθών», αλλά και πως η υστέρηση των εξαγωγών οφείλεται εν μέρει και σε μια σειρά από εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες που εμποδίζουν τη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και αφορούν άλλες πτυχές εκτός του κόστους.

Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε και στις πρόσφατες εξελίξεις και προοπτικές για τη χώρα, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, το πρόγραμμα διάσωσης της χώρας, που βασίζεται στα επιτεύγματα των δύο πρώτων προγραμμάτων και δίνει προτεραιότητα σε μεταρρυθμίσεις που θα αυξήσουν το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα, την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος του ESM, αλλά και την επανένταξη των ελληνικών κρατικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις (“waiver”), που έδωσε τη δυνατότητα στις ελληνικές τράπεζες να χρηματοδοτούνται με χαμηλό κόστος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). 
«Αυτές οι εξελίξεις αναμένεται μεσοπρόθεσμα να ενθαρρύνουν την επιστροφή των καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η οποία θα επιτρέψει τη χαλάρωση και εν τέλει την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων», εκτίμησε ο Γ. Στουρνάρας.
Παράλληλα, όπως τόνισε, «η σταδιακή οικονομική ανάκαμψη αντανακλάται ήδη σε μια σειρά από βασικούς δείκτες οικονομικής δραστηριότητας, όπως η βιομηχανική παραγωγή, οι λιανικές πωλήσεις, οι ροές μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και οι πραγματικές εξαγωγές αγαθών. 
Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, θα υπάρξει ανάκαμψη από το δεύτερο εξάμηνο του 2016 και θα συνεχιστεί το 2017 και το 2018. 
Ειδικότερα, το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί ελαφρώς κατά 0,3% το 2016, αλλά να αυξηθεί στη συνέχεια κατά 2,5% και 3% το 2017 και το 2018 αντίστοιχα. 
Αυτές οι προβλέψεις βασίζονται στην υπόθεση ότι η εφαρμογή του προγράμματος θα προχωρήσει ομαλά και ότι οι δόσεις του δανείου θα εκταμιευθούν εγκαίρως, καθώς και ότι θα συνεχιστεί η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.
 
Τυχόν καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων που προβλέπονται στο πρόγραμμα θα μπορούσαν να περιορίσουν την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα την αναζωπύρωση της αβεβαιότητας, την υπονόμευση του κλίματος εμπιστοσύνης και την εξασθένηση των προοπτικών οριστικής εξόδου από την κρίση.
Παράλληλα, υπάρχουν κίνδυνοι και αβεβαιότητες για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην έξαρση του προστατευτισμού διεθνώς, στην πιθανή επιλογή μιας αυστηρής εκδοχής του Brexit (“hard Brexit”) και σε ενδεχόμενη επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης. 
Αυτοί οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αφενός μέσω αρνητικών επιπτώσεων στον τουρισμό και το εμπόριο και αφετέρου μέσω της βραδύτερης του αναμενομένου αποκλιμάκωσης των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων εξαιτίας της απροθυμίας των διεθνών επενδυτών να αναλάβουν κινδύνους».
«Για να αντιμετωπιστούν οι παραπάνω κίνδυνοι και να επαληθευθούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, απαιτούνται συγκεκριμένες και συντονισμένες ενέργειες, οι οποίες θα διασφαλίσουν την επιτυχή έκβαση του προγράμματος του ESM και την έξοδο στις χρηματοπιστωτικές αγορές», είπε ο διοικητής της ΤτΕ και προσέθεσε πως «αυτές περιλαμβάνουν τα εξής»:

1. Επιτάχυνση του ρυθμού εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στην έγκαιρη υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί: 
• στην απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των επενδύσεων, που θα ελαφρύνει το διοικητικό φόρτο των επιχειρήσεων και θα διευκολύνει τον ανταγωνισμό, 
• στο άνοιγμα των λοιπών κλειστών επαγγελμάτων και των κλάδων δικτύων υποδομών, 
• στην περαιτέρω προώθηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και στη βελτίωση της διαχείρισής του,
• στον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης,
• στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών. 
Σε αυτό το πλαίσιο, η δεύτερη αξιολόγηση που βρίσκεται σε εξέλιξη θα πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, ώστε να ενισχυθούν οι προοπτικές ανάκαμψης και να καταστεί δυνατή η επιστροφή σε ικανοποιητικούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017.

2. Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. 
«Παράλληλα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας για την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων με τη θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης και την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, είναι επιτακτικά αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του συσσωρευμένου ιδιωτικού χρέους, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάκαμψη μέσω της σημαντικής ενίσχυσης του δανεισμού. Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αφενός μειώνει την κερδοφορία των τραπεζών και έτσι περιορίζει την προσφορά πιστώσεων, κάτι το οποίο πλήττει κατά κύριο λόγο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις τράπεζες για χρηματοδότηση, και αφετέρου καθυστερεί την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και έτσι περιορίζει τη δυνατότητα των βιώσιμων επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν νέα επενδυτικά προγράμματα.
Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο μετά την Κύπρο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ευρώπη, το οποίο στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016 ανερχόταν στο 45,1% του συνόλου των ανοιγμάτων ή σε 108,7 δισεκ. ευρώ.

Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός πλαισίου διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους που θα χαρακτηρίζεται από ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες. Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: 
• τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και εξυπηρετούμενων, 
• τη θέσπιση ενισχυμένου πλαισίου για εξωδικαστικό διακανονισμό χρέους και προπτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την αναμόρφωση του πτωχευτικού δικαίου, 
• την πρόσφατη αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών με σκοπό τη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και, όπου ενδείκνυται, ευελιξία στην αντιμετώπιση των συνεργάσιμων δανειοληπτών που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το χρέος τους, 
• τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεργασία των παλαιών μετόχων στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεών τους, 
• την εισαγωγή ενός πλαισίου συνολικής παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των τραπεζών στον τομέα της διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και, τέλος, 
• μια σειρά από στόχους και βασικούς δείκτες επιδόσεων με σκοπό τη μείωση του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 40% μέχρι το τέλος του 2019.
Από την πλευρά τους οι τράπεζες θα πρέπει να ακολουθήσουν πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, με έμφαση σε μακροχρόνιες ρυθμίσεις, στη συντονισμένη αντιμετώπιση των κοινών πιστούχων και στην αναδιάρθρωση των βιώσιμων επιχειρήσεων. Αυτές οι ενέργειες, σε συνδυασμό με την πορεία εξόδου της οικονομίας από την ύφεση και επιστροφής στην ανάπτυξη, αναμένεται να οδηγήσουν σε σταθεροποίηση και εν συνεχεία σε μείωση του λόγου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων».
3. Αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού δημόσιου χρέους. 

«Η δέσμευση των Ευρωπαίων εταίρων μας, όπως διατυπώθηκε το Μάιο του 2016, να λάβουν μέτρα για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους βραχυπρόθεσμα έως μεσομακροπρόθεσμα επιβεβαίωσε την απόφαση του Eurogroup, το Νοέμβριο του 2012, και αποτελεί θετική εξέλιξη. Όμως, τα προβλεπόμενα μέτρα διαχείρισης του μακροπρόθεσμου δημόσιου χρέους δεν έχουν ακόμη εξειδικευθεί. Θα πρέπει να γίνουν επειγόντως ενέργειες για την εξειδίκευση και ποσοτικοποίηση των προβλεπόμενων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την αποδοχή των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας περαιτέρω στην παγίωση της εμπιστοσύνης, στην ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης και στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, και θα διευκολύνει την επιστροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά τη λήξη του προγράμματος».
4. Χαλάρωση και τελικά κατάργηση των περιορισμών που απομένουν στην κίνηση κεφαλαίων. 
«Η σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του κλίματος εμπιστοσύνης και της ρευστότητας, αναμένεται να συμβάλει στην εξομάλυνση των οικονομικών συνθηκών, διευκολύνοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα φυσικά πρόσωπα στις συναλλαγές τους».

 

04.11.2016