Τάξη στο χάος των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων προσδοκούν με τον εξωδικαστικό οι τράπεζες

Τάξη στο χάος των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων προσδοκούν με τον εξωδικαστικό οι τράπεζες

Το πεδίο για την εκκίνηση της δραστικής εξυγίανσης του επιχειρηματικού τοπίου, ανοίγει ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, με το σχετικό νομοσχέδιο που τέθηκε από χθες μέχρι τις 3 Μαρτίου σε δημόσια διαβούλευση, να φέρνει προ των ευθυνών τους τράπεζες και επιχειρήσεις.

Η αναμονή και η αβεβαιότητα για το περιεχόμενο του εξωδικαστικού συμβιβασμού συντηρούσε μέχρι σήμερα, φέρνοντας μάλιστα σε σημείο έξαρσης από τις αρχές του 2017, αθετήσεις πληρωμών και αποφυγή ρυθμίσεων δανείων από επιχειρήσεις και δη τις μικρομεσαίες. Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες επικαλούνταν περιορισμένες δυνατότητες συνεννόησης και αποδοχής ρυθμίσεων για επιχειρήσεις που ήταν εκτεθειμένες σε περισσότερους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου.

Πλέον, με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό στον οποίο μπορούν να υπαχθούν όλες οι μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και οι ατομικές επιχειρήσεις, υπάρχει δυνατότητα να εξευρεθούν βιώσιμες λύσεις με τη συναίνεση της πλειοψηφίας των πιστωτών. Σημειώνεται ότι με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, για πρώτη φορά θα αξιολογείται η πραγματική ικανότητα αποπληρωμής της επιχείρησης και θα διαμορφώνεται ένα πλάνο αποπληρωμής όλων των χρεών βάσει αυτής και όχι αντιστρόφως, όπως γινόταν μέχρι σήμερα στην πράξη.

Παράλληλα, θα γίνονται ρυθμίσεις και διαγραφές οφειλών προς το Δημόσιο (εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία) προς όφελος τόσο των επιχειρήσεων που θα συνεχίσουν τη λειτουργία τους, όσο και του Δημοσίου που θα συνεχίσει να εισπράττει οφειλές από τις βιώσιμες επιχειρήσεις που δεν θα οδηγηθούν σε πτώχευση.

Οι παραπάνω δυνατότητες συνιστούν πρόκληση τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τις τράπεζες που καλούνται να επιδείξουν το μέγιστο βαθμό συνεργασίας μεταξύ τους για την επίλυση του προβλήματος των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και την εξυγίανση του επιχειρηματικού τοπίου.

Σήμερα, η κατάσταση στον επιχειρηματικό  χώρο διακρίνεται αφενός από τη μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων που στενάζουν υπό το βάρος της υπερχρέωσης, αλλά θα μπορούσαν σε μεγάλο ποσοστό τους να καταστούν βιώσιμες, αφετέρου από τις λίγες υγιείς επιχειρήσεις, οι οποίες στερούνται χρηματοδοτικούς πόρους και συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.  

Σημειώνεται ότι στα επιχειρηματικά δάνεια, ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων εκτοξεύθηκε από επίπεδα κάτω του 10% μέχρι και το 2010 σε 31,1% στο τέλος του 2015 και 44,7% στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016.

Το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στα επιχειρηματικά δάνεια καταγράφεται στα δάνεια προς πολύ μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες (67,2%), ακολουθούν τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (59,9%), ενώ χαμηλότερο είναι το ποσοστό στα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις (29,1%). 

Αναφορικά με την ποιότητα χαρτοφυλακίου κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων παρατηρούνται στους κλάδους της εστίασης (76,3%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (62,7%) και των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και ενημέρωσης (58,4%), καθώς και σε κάποιους υποκλάδους της μεταποίησης (κλωστοϋφαντουργία με 75,5%, βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων με 67,1% και λοιπές μεταποιητικές δραστηριότητες με 59,4%). Αντίθετα, το χαμηλότερο ποσοστό παρατηρείται στον κλάδο της ενέργειας (3,7%). 

Μία στις έξι επιχειρήσεις, ωστόσο, ανήκει στην τάξη των στρατηγικών κακοπληρωτών και αυτό είναι ένα φαινόμενο στο οποίο θα κληθεί να βάλει τέλος ο εξωδικαστικός συμβιβασμός. 

Σύμφωνα με έρευνα της ΤτΕ, συγκριτικά μεγαλύτερο ποσοστό στρατηγικών κακοπληρωτών εμφανίζεται σε κλάδους που σχετίζονται με τις κατασκευές και την αγορά ακινήτων, αλλά και σε εκείνους της βιομηχανίας, των πληροφοριών και επικοινωνιών, καθώς και των διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών.

Οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις εμφανίζουν 30% μεγαλύτερη πιθανότητα από τις μικρού ή μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις να γίνουν στρατηγικοί κακοπληρωτές, ενώ μεταξύ επιχειρήσεων που αθετούν τις δανειακές τους υποχρεώσεις εκείνες που εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία εμφανίζουν κατά 62% αυξημένη πιθανότητα στρατηγικής αθέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων.

22.02.2017