Θα αργήσει η άρση των capital controls

Θα αργήσει η άρση των capital controls

Η εμπιστοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται δύσκολα, αλλά χάνεται εύκολα. Σε αυτή την προφανή διαπίστωση θα πρέπει να αναζητηθεί και η αιτία της σοβαρής δυσπιστίας που δείχνουν οι καταθέτες προς το τραπεζικό σύστημα, καθώς σε ποσοστό 60% δηλώνουν ότι «έχουν λίγη ή καθόλου εμπιστοσύνη στις τράπεζες όσον αφορά την ασφάλεια των καταθέσεών τους».

Η εμπιστοσύνη, όπως προκύπτει από την έρευνα που πραγματοποίησε η Alvarez & Marsal για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και την οποία παρουσιάζει η «Κ», παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη δύο χρόνια μετά την επιβολή των capital controls και αποτελεί τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα για την πιο ουσιαστική χαλάρωση των περιορισμών. Με βάση τα συμπεράσματα της έρευνας:

•Η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα είναι χαμηλή.

•Η άρση των capital controls θα απαιτήσει τρία ή και περισσότερα χρόνια.

•Η πλειονότητα δηλώνει ότι δεν θα αποσύρει τα χρήματα από τις τράπεζες σε περίπτωση άρσης των capital controls, αλλά σε υψηλά ποσοστά εκτιμά ότι θα υπάρξει φυγή καταθέσεων.

•Ενα σημαντικό ποσοστό θεωρεί «κλειδί» για την επιστροφή καταθέσεων τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

•Η πλειονότητα των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί από την επιβολή των capital controls.

•Η επιβολή τους ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης στη χώρα και η άρση τους θα σημάνει επιστροφή στην κανονικότητα.

•Η γνώση για τα capital controls είναι ελλιπής.

Η έρευνα εκπονήθηκε με στόχο να αποτελέσει εργαλείο για τον σχεδιασμό του οδικού χάρτη άρσης των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Πραγματοποιήθηκε σε δείγμα που συμπεριέλαβε 2.000 φυσικά πρόσωπα, αλλά και 350 άτομα με μεγάλη προσωπική περιουσία σε μια προσπάθεια να διερευνηθούν τα αντανακλαστικά του οικονομικά πιο ισχυρού τμήματος της κοινωνίας. Επίσης, η έρευνα περιέλαβε 501 επιχειρήσεις και 18 μετόχους επιχειρήσεων, προκειμένου να καταγραφούν τα προβλήματα του επιχειρηματικού κόσμου και να διερευνηθούν οι προθέσεις τους σε μια πιθανή χαλάρωση των capital controls.

Οπως προκύπτει από την έρευνα, η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι διάχυτη και αγγίζει οριζόντια τόσο τους απλούς καταθέτες, που σε ποσοστό 60% δηλώνουν ότι έχουν λίγη ή και καθόλου εμπιστοσύνη στις τράπεζες, όσο και τις επιχειρήσεις, που σε ποσοστό 71% συντάσσονται με τη δυσπιστία των φυσικών προσώπων σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των καταθέσεών τους. Στο πιο εύπορο τμήμα του πληθυσμού, η έλλειψη εμπιστοσύνης μειώνεται στο 46%, αλλά η ίδια κατηγορία σε ποσοστό 58% θεωρεί τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος το «κλειδί» για την επιστροφή των καταθέσεων από ιδιώτες.

Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος αξιολογείται ως ο καθοριστικότερος παράγων για την επιστροφή καταθέσεων και από το 50% των επιχειρήσεων, ενώ υψηλό, και συγκεκριμένα 44%, είναι το ποσοστό στην κατηγορία του γενικού πληθυσμού.

Η κυβέρνηση βιάζεται, αλλά οι πολίτες βλέπουν άρση περιορισμών σε 3 με 4 χρόνια

Η Ελλάδα σε ό,τι αφορά τον χρόνο που πιθανολογείται από τους ίδιους τους πολίτες για την άρση των capital controls, με βάση την πρόσφατη εμπειρία από άλλες χώρες, κινείται μεταξύ δύο άκρων. Το ένα είναι η Κύπρος, που ήρε πλήρως τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων δύο ακριβώς χρόνια μετά την επιβολή τους, και το δεύτερο είναι η Ισλανδία, που χρειάστηκε οκτώ ολόκληρα χρόνια για να άρει τους περιορισμούς.

Ετσι, με βάση την έρευνα, οι Ελληνες απαντούν ότι για την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων θα απαιτηθούν τρία ή ακόμη περισσότερα χρόνια. Η άποψη μάλιστα αυτή είναι κοινή σε όλους όσοι συμμετείχαν στην έρευνα, δηλαδή τόσο στον γενικό πληθυσμό με ποσοστό 59% –το εύπορο τμήμα του πληθυσμού ακολουθεί με 48%– όσο και στις επιχειρήσεις, που ευθυγραμμίζονται σχεδόν με την ίδια εκτίμηση σε ποσοστό 53%.

Η κοινή πεποίθηση που έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ότι δηλαδή η άρση των capital controls θα είναι μια αργόσυρτη διαδικασία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις κυβερνητικές διακηρύξεις, που υπαινίσσονται ταχεία έξοδο από το καθεστώς των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Η αμφισβήτηση αυτής της προοπτικής ερμηνεύει και την επιφυλακτικότητα των εποπτικών αρχών, που σχεδιάζουν προσεκτικά τα επόμενα βήματα για τη χαλάρωση των capital controls. Οι εποπτικές αρχές θα συνεχίσουν με προσεκτικές κινήσεις και, υπό την προϋπόθεση πάντα της επιτυχούς ολοκλήρωσης της τρίτης αξιολόγησης, σχεδιάζεται να δοθεί η δυνατότητα ανοίγματος νέου λογαριασμού και στα φυσικά πρόσωπα και να αρθούν και ορισμένοι ακόμα περιορισμοί για τις επιχειρήσεις.

Εκτός από τη γενικευμένη δυσπιστία για το τραπεζικό σύστημα, η έρευνα της Alvarez & Marsal φέρνει στην επιφάνεια και ένα είδος αδιαφορίας σε ό,τι αφορά τη γνώση σε σχέση με τα capital controls. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 48% του γενικού πληθυσμού δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αυθόρμητα για το ύψος του εβδομαδιαίου ορίου αναλήψεων μετρητών, που σήμερα –μετά και τις πρόσφατες αλλαγές– διαμορφώνεται στα 1.800 ευρώ τον μήνα, ενώ μόλις το 15% είναι ενήμερο για το ότι μπορεί να σηκώσει όλο το επιτρεπόμενο όριο εφάπαξ. Η ερμηνεία που δίνεται είναι αφενός ότι το όριο είναι υψηλό σε σχέση με τις ανάγκες ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας, που δεν διαθέτει στους τραπεζικούς του λογαριασμούς το ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως, ενώ ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας είναι μάλλον «αδιάφορο», γιατί διαβιώνει από «μαύρο» χρήμα, που δεν διακινείται μέσα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Από την πλευρά των επιχειρήσεων, είναι χαρακτηριστικό ότι μόνον το 57% ήταν ενήμερο ότι δεν μπορεί να μεταφέρει ελεύθερα χρήματα στο εξωτερικό, ενώ μόλις μία στις τέσσερις επιχειρήσεις ήταν ενήμερη για τη δυνατότητα να ξοδέψει το σύνολο των χρημάτων που προέρχονται από το εξωτερικό.

 Το γεγονός αυτό καταδεικνύει αφενός την εσωστρέφεια της ελληνικής επιχειρηματικότητας, που δεν έχει συναλλαγές με το εξωτερικό, και αφετέρου πιστοποιεί ότι, όπως τα φυσικά πρόσωπα, έτσι και οι επιχειρήσεις έχουν βρει εναλλακτικούς τρόπους για τη διακίνηση των χρημάτων τους. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τα στοιχεία για την εξέλιξη των καταθέσεων τους τελευταίους μήνες, που, παρά την ανοδική τάση που εμφανίζουν, υπολείπονται της δυναμικής που αναπτύσσεται σε τομείς της οικονομίας όπως ο τουρισμός, που είναι γνωστό ότι διακρατά σημαντικό μέρος των εσόδων του στο εξωτερικό. Ετσι η εμφανιζόμενη απάθεια από ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και των επιχειρήσεων αποτελεί στην ουσία άκρως ανησυχητικό σύμπτωμα, αφού επιβεβαιώνει ότι σημαντικοί πόροι από την οικονομία διοχετεύονται εκτός, καθηλώνοντας την οικονομική δραστηριότητα σε ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Αναλήψεις και εμβάσματα

 

Η γενικευμένη δυσπιστία έναντι του τραπεζικού συστήματος συμβαδίζει και με την πεποίθηση του 38% του γενικού πληθυσμού ότι ένα σημαντικό ποσοστό των καταθέσεων θα φύγει από τη χώρα σε περίπτωση άρσης των capital controls, ποσοστό που ανεβαίνει στο 46% όταν ερωτάται το πιο εύπορο τμήμα. Αν και το 79% του γενικού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν πρόκειται το ίδιο να αποσύρει τις καταθέσεις του σε περίπτωση άρσης τους, αντίστοιχα υψηλό (73%) είναι το ποσοστό του εύπορου πληθυσμού, που αναγνωρίζει αυτή την πρόθεση στους άλλους και όχι στο ίδιο. Εξίσου ανησυχητική είναι η πεποίθηση που έχουν διαμορφώσει οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα και οι οποίες σε ποσοστό 47% δεν αναμένουν την επιστροφή των κεφαλαίων που βρίσκονται στο εξωτερικό, ακόμη και μετά την άρση των capital controls. Η αυξημένη αμφισβήτηση από την πλευρά των επιχειρήσεων ερμηνεύεται και από την αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος, λόγω της αδυναμίας μείωσης των κόκκινων δανείων, που συντηρεί τα σενάρια νέας ανακεφαλαιοποίησης αλλά και «κουρέματος» καταθέσεων, που θα πλήξει κατά κύριο λόγο τις καταθέσεις που διατηρούν οι επιχειρήσεις στις τράπεζες.

16.10.2017