Τη 'χρυσή τομή' αναζητούν οι τράπεζες

Τη 'χρυσή τομή' αναζητούν οι τράπεζες

Επτά χρόνια μετά τη χρηματοοικονομική κρίση, οι τράπεζες αναζητούν τρόπους για να διαχειριστούν τους κινδύνους και να υιοθετήσουν βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα. Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από πρόσφατη έρευνα της ΕΥ, όπου τονίζεται ότι παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί οι τράπεζες ενδέχεται να βρίσκονται ακόμη στα μισά μιας διαδρομής, η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει 15 χρόνια, προκειμένου να ενισχυθούν οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι επενδυτές πιέζουν τις τράπεζες για υψηλότερες αποδόσεις (82%) και μείωση του κόστους (79%), την ώρα που αυτές εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις προτάσεις από τις εποπτικές/ρυθμιστικές αρχές για περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου και μείωση της ευαισθησίας στους κινδύνους, κάτι που συνδυαστικά, θα καθιστούσαν ακόμη περισσότερες περιοχές της βασικής δανειοδοτικής δραστηριότητας ζημιογόνες.

 

Σε κάθε περίπτωση, η αυξημένη πίεση των επενδυτών για υψηλότερες και σταθερές αποδόσεις έχει οδηγήσει τις τράπεζες να συγκλίνουν προς έναν ενιαίο κλαδικό κανόνα τριετών στόχων απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων μεταξύ 10% και 15%, αναγκάζοντάς τις να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Προτεραιότητα 
Ο κ. Γιώργος Παπαδημητρίου, εταίρος της ΕΥ Ελλάδος και επικεφαλής στο τμήμα Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, τονίζει: «Σε αυτήν τη δύσκολη οικονομική συγκυρία για τη χώρα μας, οι τράπεζες θα πρέπει να ενσωματώσουν την έννοια του κινδύνου σε όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και μονάδες τους και μάλιστα με ένα πιο διευρυμένο ορισμό κινδύνου, που ξεφεύγει από τα στενά χρηματοοικονομικά πλαίσια.

Η ξεκάθαρη διατύπωση της ανοχής του ιδρύματος σε κινδύνους, το κατάλληλο μοντέλο διακυβέρνησης και η ενίσχυση μιας υγιούς σχετικής κουλτούρας διαχείρισης κινδύνων είναι απαραίτητα συστατικά, πρωτίστως σε επιχειρησιακούς όρους, αλλά αποτελούν, πλέον, και προτεραιότητα της ενιαίας εποπτικής αρχής στην Ευρώπη».

14.12.2016