ΤτΕ: Κρίσιμος στόχος πολιτικής η δημιουργία νέων επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό

ΤτΕ: Κρίσιμος στόχος πολιτικής η δημιουργία νέων επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό

Το μέγεθος της επιχείρησης αποτελεί και αυτό καθοριστικό παράγοντα εξαγωγικού προσανατολισμού

Η δημιουργία νέων επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό αποτελεί ένα κρίσιμο στόχο πολιτικής, καθώς εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και γενικότερα στην οικονομική ανάπτυξη. 
Αυτό αναφέρει η ανάλυση των Νίκου Βέττα, Ιωάννη Γιωτόπουλου, Ευαγγελίας Βαλαβανιώτη και Svetoslav Danchev της Τράπεζας της Ελλάδας για τους προσδιοριστικούς παράγοντες της εξωστρέφειας των νέων επιχειρήσεων, η οποία περιλαμβάνεται στο 43ο τεύχος (Ιούλιος 2016) του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η ανάλυση διερευνά τους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση των νέων επιχειρήσεων στην Ελλάδα να διεισδύσουν σε διεθνείς αγορές. 
Απώτερος στόχος είναι η διατύπωση προτάσεων πολιτικής για την ενίσχυση της επιχειρηματικής εξωστρέφειας και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Όπως προκύπτει από το υπόδειγμα, ο βαθμός εξωστρέφειας μιας επιχείρησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα δραστηριότητάς της. 
Αυξημένη εξωστρέφεια έχουν κυρίως οι επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης, οι οποίες δεν παρέχουν μεν υπηρεσίες έντασης γνώσης προς επιχειρήσεις, αλλά διαθέτουν τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών. 


Το μέγεθος της επιχείρησης αποτελεί και αυτό καθοριστικό παράγοντα εξαγωγικού προσανατολισμού, με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις να εμφανίζονται περισσότερο εξωστρεφείς. 
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις που έχουν ήδη εδραιωθεί στον κλάδο τους τείνουν να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στη διείσδυση σε αγορές εκτός των συνόρων. 
Απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων αποτελεί και η ρευστότητα, αλλά και οι περιορισμένες υποχρεώσεις προς τρίτους.
Επομένως, αναδεικνύεται η σημασία της ενεργοποίησης και ανάπτυξης αποτελεσματικών συμβουλευτικών δομών για τις νέες επιχειρήσεις, με σκοπό την ενίσχυση της εξωστρέφειάς τους. 
Μια πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση οφείλει να περιλαμβάνει την αποτελεσματική παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως α) διευκόλυνση της μεταφοράς πληροφοριών και γνώσης αναφορικά με τις εκτός των συνόρων αγορές και τη ζήτηση για τεχνολογία, β) βοήθεια στην ανάπτυξη ενός στρατηγικού σχεδίου δράσης σχετικά με διεθνείς δραστηριότητες, γ) εργαλεία δικτύωσης με πιθανούς στρατηγικούς επιχειρηματικούς εταίρους που δραστηριοποιούνται ήδη σε ξένες αγορές, δ) κατάρτιση ενός πρακτικού οδηγού για το επιχειρείν σε χώρες εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ε) εξάλειψη πιθανών νομικών εμποδίων και στ) ενημέρωση για πιθανούς τρόπους χρηματοδότησης της εξαγωγικής δραστηριότητας.  

Σοφία Λαζαρέτου: “Φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου: η σύγχρονη τάση μετανάστευσης των Ελλήνων στα χρόνια της κρίσης”

Τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο της εκροής ανθρώπινου κεφαλαίου, γνωστό με τον όρο “διαρροή” ή “έξοδος εγκεφάλων” (brain drain), έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στην Ελλάδα. Από το 2008 μέχρι το 2013, σχεδόν 223 χιλιάδες νέοι, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος, ηλικίας 25-39 ετών εξήλθαν μόνιμα από τη χώρα με κατεύθυνση τις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες, αναζητώντας εργασία με καλύτερη αμοιβή και καλύτερες προοπτικές κοινωνικής και οικονομικής προόδου. 
Τα αποτελέσματα όλων των ερευνών συνηγορούν ότι το σύγχρονο κύμα μετανάστευσης από την Ελλάδα αφορά νέους, άγαμους και με υψηλή μόρφωση. 
Μεταξύ των σημαντικότερων λόγων μετακίνησης καταγράφονται όχι μόνο η ανεργία και η δυσμενής οικονομική συγκυρία, αλλά και η έλλειψη μέριμνας από την πολιτεία για την παροχή ευκαιριών αριστείας και εξέλιξης. 
Η ισχυρή εκδήλωση του φαινομένου και η δυναμική του καθιστούν επιτακτικά αναγκαίο, πρώτον, να αποτυπωθούν και να καταγραφούν τα χαρακτηριστικά του, δεύτερον, να διερευνηθούν οι λόγοι για τους οποίους εκδηλώνεται στην παρούσα συγκυρία και, τρίτον, να εντοπιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις για την εγχώρια οικονομία.

Φαίδων Καλφάογλου: “Κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών: αναγκαία αλλά μη ικανή συνθήκη για τη δανειοδότηση της οικονομίας”

Η μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών επηρεάζει τη συμπεριφορά τους σχετικά με τη δανειοδότηση της οικονομίας. 
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ως μέρος κρατικών προγραμμάτων διάσωσης και παρατίθενται τα κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να αξιολογηθεί η επιτυχία ενός τέτοιου προγράμματος σχετικά με τη δημιουργία κινήτρων για την επανεκκίνηση του δανεισμού προς την οικονομία. 
Ο στόχος των προγραμμάτων ανακεφαλαιοποίησης είναι αφενός η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών και αφετέρου η προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η συνέχιση των λειτουργιών της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης και ιδιαίτερα της δανειοδότησης της οικονομίας. 
Τείνει ωστόσο να γίνει ευρέως αποδεκτό ότι η σταθεροποίηση της κεφαλαιακής βάσης είναι προϋπόθεση για να μπορέσουν τα τραπεζικά ιδρύματα να ξαναρχίσουν το δανεισμό. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία, αλλά μη ικανή συνθήκη για τη δανειοδότηση της οικονομίας. 


Η ικανή συνθήκη προέρχεται από τις λεπτομέρειες υλοποίησης ενός προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης, όπως την ταχύτητα παρέμβασης των αρμόδιων αρχών, το ικανό ύψος της ανακεφαλαιοποίησης, την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων των προβλημάτων των τραπεζών, την επιτυχή αναδιάρθρωσή τους κ.λπ.
Στη μελέτη εξετάζονται δύο διεθνή παραδείγματα προγραμμάτων ανακεφαλαιοποίησης, της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, για να εξαχθούν τα διδάγματα που προέκυψαν ώστε να αντιπαρατεθούν με την ελληνική εμπειρία και ιδιαιτέρως με το τελευταίο πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης του Νοεμβρίου 2015. 


Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών κάλυψε τις τρέχουσες εποπτικές απαιτήσεις, αλλά και τις απαιτήσεις των παραγόντων της αγοράς, δημιουργώντας ένα σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας. 
Συνεπώς, κρίνεται ότι εκπληρώθηκε η αναγκαία συνθήκη για την επανεκκίνηση της χρηματοδότησης της οικονομίας. 
Ωστόσο, για να ικανοποιηθεί και η ικανή συνθήκη, απαραίτητη είναι επίσης η αντιμετώπιση ορισμένων βασικών πηγών αβεβαιότητας που αποτελούν δυνητικά ανασχετικό παράγοντα για τη σταθεροποίηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών. 


Τέτοιες είναι το ενδεχόμενο μεταβολών στις απαιτήσεις του θεσμικού πλαισίου, ο κίνδυνος αναποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ανάγκη περαιτέρω αναδιάρθρωσης των τραπεζών. Θετικά προβλέπεται να συμβάλει επίσης η σταδιακή αποκατάσταση των πηγών χρηματοδότησης των τραπεζών. Όσο ταχύτερα υλοποιηθούν οι παραπάνω στόχοι, τόσο γρηγορότερα αναμένεται να ξεκινήσει η χρηματοδότηση της οικονομίας.

20.07.2016