Alpha Bank: Φρένο στις ξένες επενδύσεις από την υψηλή φορολογία

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητος της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς, η προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων δύναται να επιτευχθεί μέσω και της μειώσεως των υψηλών φορολογικών συντελεστών, τονίζει η τράπεζα. 

Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις ακολουθούν ανοδική πορεία στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2018, καθώς διαμορφώθηκαν στα €2,6 δισ., σημειώνοντας αύξηση κατά 16,8% σε ετήσια βάση.

Οπως επισημαίνει η Alpha Bank ΑΛΦΑ +0,70% στο εβδομαδιαίο της δελτίο, παρά την ανοδική τους πορεία κατά τα τελευταία έτη, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις διατηρούνται σε επίπεδο υψηλότερο μεν του μακροχρόνιου μέσου όρου της περιόδου 2002-2017 (1,8% του ΑΕΠ το 2017), αλλά χαμηλότερο σε σχέση με άλλες γειτονικές χώρεςή/και χώρες που εξήλθαν από τα προγράμματα προσαρμογής, όπως για παράδειγμα η Βουλγαρία (3,8% του ΑΕΠ), η Ρουμανία (2,3% του ΑΕΠ) και η Πορτογαλία (4,6% του ΑΕΠ).

Η προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) αποτελεί κομβικό στοιχείο για την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα έτη, η οποία αναμένεται να στηριχθεί σε μικρότερο βαθμό, σε σχέση με το παρελθόν, στην ιδιωτική κατανάλωση.


Αμεσες Ξένες Επενδύσεις, Θεσμική και Διαρθρωτική Ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα

Η μεταστροφή, εντούτοις, του παραγωγικού υποδείγματος προς την επενδυτική δαπάνη και τον εξαγωγικό προσανατολισμό προϋποθέτει την ενίσχυση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου στη Ελλάδα, ο οποίος μειώθηκε τα τελευταία δέκα έτη, από 24,5% του ΑΕΠ το 2007 σε 12,5% το 2017, φθάνοντας σε επίπεδο χαμηλότερο των αποσβέσεων. Το ισχυρό θετικό επενδυτικό shock - με έμφαση στις παραγωγικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις - που απαιτείται προκειμένου να ενισχυθεί η αναπτυξιακή δυναμική και η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, προϋποθέτει τη βελτίωση της εικόνας της χώρας ως διεθνούς επενδυτικού προορισμού καθώς, πρώτον, ορισμένα από τα παραδοσιακά στοιχεία της εγχώριας επενδυτικής δαπάνης παρουσιάζουν σημαντική αδυναμία, και δεύτερον, το αποτύπωμα των ΑΞΕ στην αναπτυξιακή δυναμική εκτιμάται ότι είναι ισχυρότερο.


Σχετικά με το πρώτο, σημειώνει η Alpha, μπορούμε να αναφέρουμε τα ακόλουθα:

Η μείωση των επενδύσεων τα προηγούμενα έτη αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των επιμέρους κατηγοριών που συνθέτουν τις επενδύσεις. Οι ιδιωτικές επενδύσεις σε κατοικίες, οι οποίες αποτελούσαν έναν παραδοσιακό επενδυτικό πυλώνα του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας, συρρικνώθηκαν σημαντικά. Την περίοδο 2000-2007, το ποσοστό επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το ΑΕΠ ήταν 8,2% κατά μέσο όρο, ενώ το 2017 διαμορφώθηκε στο 0,6%.

Επιπροσθέτως, η μέση ροπή προς αποταμίευση των νοικοκυριών και συνεπώς η μεταβολή στη διαθέσιμη ρευστότητα στην Ελλάδα παραμένει σε αρνητικό έδαφος,λόγω της πτώσεως του διαθέσιμου εισοδήματος και του υψηλού φορολογικού βάρους.

Τέλος, οι δυσχέρειες στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στο πλαίσιο της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν συμβάλλουν θετικά στην συσσώρευση φυσικού κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η υστέρηση των παραδοσιακών κατηγοριών επενδύσεως της ελληνικής οικονομίας καθιστά επιτακτική την ανάγκη προσελκύσεως Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, οι οποίες δύνανται να αυξήσουν σημαντικά το απόθεμα φυσικού κεφαλαίου, συμβάλλοντας παράλληλα στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.


Όσον αφορά στο ιδιαίτερο αποτύπωμα των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων αξίζει να σημειώσουμε τα ακόλουθα. Οι ΑΞΕ υποστηρίζουν σημαντικά την εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών που ενισχύουν την παραγωγικότητα της εργασίας και συμβάλλουν στην εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας προορισμού των επενδύσεων, καθώς οι εισερχόμενοι επενδυτές είναι συνήθως περισσότερο προσανατολισμένοιστις ξένες αγορές σε σχέση με τις τοπικές επιχειρήσεις. Αποτελούν επίσης δομικό στοιχείο της «παγκόσμιας αλυσίδας αξίας» (global value chain) επιτρέποντας σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε πολυεθνικούς οργανισμούς να ειδικευθούν σε τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας στο οποίο είναι πιο ανταγωνιστικές.

Η τράπεζα στην έκθεσή της επηρεάζει την διασύνδεση μεταξύ των δεικτών ανταγωνιστικότητος και τη ροή Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στη χώρα. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μετρούμενη σε όρους κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει βελτιωθεί σημαντικά. Σημαντικό ρόλο, ωστόσο, στην ερμηνεία των ροών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων διαδραματίζουν οι δείκτες θεσμικής και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητος.


Συγκεκριμένα, σύμφωνα, ωστόσο, με τον Νέο Δείκτη Διεθνούς Ανταγωνιστικότητος (World Economic Forum, Global Competitiveness Report 2018) παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με τις υπόλοιπες αναπτυγμένες οικονομίες και τους εμπορικούς της εταίρους. Η συγκεκριμένη μελέτη καταγράφει το επίπεδο ανταγωνιστικότητος κάθε οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες.

Ο συνολικός δείκτης ανταγωνιστικότητος αποτελείται από 12 επιμέρους πυλώνες, όπως για παράδειγμα το θεσμικό πλαίσιο, η αγορά εργασίας και η αγορά προϊόντων. Όπως παρατηρείται από τον μέσο όρο του ύψους των ΑΞΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ για την περίοδο 2015-2017 σε συνδυασμό με την επίδοση του Δείκτη Διεθνούς Ανταγωνιστικότητος, οι χώρες που καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις στον Δείκτη Διεθνούς Ανταγωνιστικότητας συνδέονται με υψηλότερο ποσοστό Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, όπως για παράδειγμα η Ιρλανδία, η Βουλγαρία, η Πορτογαλία και η Κύπρος.

Οι επιμέρους πυλώνες του Δείκτη Διεθνούς Ανταγωνιστικότητος που σχετίζονται στενότερα με την προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι το θεσμικό πλαίσιο και η επιχειρηματική δυναμική. Συγκεκριμένα, στον πυλώνα του θεσμικού πλαισίου, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 87η θέση, με επίδοση 50 βαθμούς, με την Νέα Ζηλανδία να βρίσκεται στην πρώτη θέση, με επίδοση 82 βαθμούς. Στον πυλώνα της επιχειρηματικής δυναμικής, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 72η θέση, με επίδοση 58 βαθμούς, ενώ στην πρώτη θέση κατατάσσονται οι ΗΠΑ με επίδοση 86 βαθμούς.


Οσον αφορά στον πυλώνα του θεσμικού πλαισίου και στις υποκατηγορίες του πυλώνα της επιχειρηματικής δυναμικής σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιδόσεις της Κύπρου και της Πορτογαλίας, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στην υποκατηγορία του ποσοστού ανακτήσεως σε περίπτωση πτωχεύσεως, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων, στο πτωχευτικό ρυθμιστικό πλαίσιο και στο θεσμικό πλαίσιο.

Αντιθέτως, εμφανίζει καλές επιδόσεις στις υποκατηγορίες του κόστους έναρξης επιχειρήσεων, στην προθυμία μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων και στον απαιτούμενο χρόνο για την έναρξη επιχείρησης.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητος της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς, η προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων δύναται να επιτευχθεί μέσω και της μειώσεως των υψηλών φορολογικών συντελεστών που ισχύουν στη χώρα μας. Ειδικότερα, υπάρχει μια αρνητική σχέση μεταξύ της προσελκύσεως των ξένων άμεσων επενδύσεων και του ύψους του φορολογικού συντελεστή επί των επιχειρηματικών κερδών.


Στην Ελλάδα ο φορολογικός συντελεστής είναι ιδιαίτερα υψηλός, στο 29%, ενώ παράλληλα, το ύψος των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Είναι ενδεικτικό ότι χώρες οι οποίες επίσης ακολούθησαν προγράμματα προσαρμογής, όπως η Κύπρος και η Ιρλανδία, στήριξαν το αναπτυξιακό τους μοντέλο μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων στις επενδύσεις. Στις χώρες αυτές ισχύουνιδιαίτερα χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές. Αντίθετα, στην Πορτογαλία, ο φορολογικός συντελεστής είναι επίσης υψηλός και ανέρχεται στο 21%, ενώ ταυτόχρονα οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις αποτελούν μόλις το 3,1% του ΑΕΠ.