Αξίες ακινήτων 50-60 δισ. ευρώ κρύβουν τα επιχειρηματικά NPLs των τραπεζών

Τεράστιες ευκαιρίες για την αγορά του real estate, κρύβουν τα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων των τραπεζών,

 όπως ανέφεραν χθες στελέχη της αγοράς, μιλώντας στο συνέδριο της Prodexpo για τα NPLs και τη διαχείριση των ακινήτων.

Μετά από μία επταετία πλήρους απραξίας σε επίπεδο αναγκαστικής εκτέλεσης, οι πλειστηριασμοί κινούνται σε αυξητική τροχιά, αποτελώντας πλέον ένα σημαντικό εργαλείο για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Από 1/1/2018 μέχρι σήμερα οι πλειστηριασμοί που έχουν διενεργηθεί προσεγγίζουν τις 9.000, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους θα ξεπεράσουν τους 16.000. Όσο για το 2019, αναμένεται τουλάχιστον ο διπλασιασμός τους. Την εκτίμηση αυτή έκαναν χθες, μεταξύ άλλων, ο Γενικός Διευθυντής Διαχείρισης Προβληματικών Δανείων Λιανικής Τραπεζικής της Eurobank, Αναστάσιος Πανούσης, ο Ανώτερος Γενικός Διευθυντής της Τράπεζας Πειραιώς (Piraeus Legacy Unit), Γιώργος Γεωργακόπουλος και ο Βοηθός Γενικός Διευθυντής Ακίνητης Περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας, Γιώργος Φράγκου, μιλώντας στο συνέδριο της Prodexpo.


Όπως ανέφεραν οι τραπεζίτες, η ενεργοποίηση του εργαλείου των πλειστηριασμών έχει διττό αποτέλεσμα: αφενός ενισχύει τις ανακτήσεις οφειλών από τις τράπεζες, αφετέρου λειτουργεί ως μέσο για τον αναγκαστικό συνετισμό κυρίως στρατηγικών κακοπληρωτών. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 1/3 από τους πλειστηριασμούς που καταλήγουν άγονοι, είναι διότι την τελευταία στιγμή οι οφειλέτες έχουν σπεύσει να ρυθμίσουν την οφειλή τους με την τράπεζα για να μην χάσουν το ακίνητό τους.

Σημειώνεται ότι το ποσοστό επιτυχούς υλοποίησης των πλειστηριασμών, από 7% πέρυσι, κινείται τώρα στο 45% - 50%. Στις τράπεζες, όπως αναφέρθηκε, καταλήγει το 80% - 85% των ακινήτων που εκπλειστηριάζονται, ενώ το υπόλοιπο 15% - 20% αγοράζονται από ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές. Το κριτήριο από τις τράπεζες για το ποια από τα ακίνητα που βγαίνουν σε πλειστηριασμό θα αγοράσουν, διαμορφώνεται βάσει του τύπου, της χρήσης, της γεωγραφικής θέσης και της ποιότητας του ακινήτου. Με βάση τα στοιχεία αυτά, οι τράπεζες αξιολογούν τη δυνατότητα επαναρευστοποίησης του ακινήτου, έχοντας προσμετρήσει και το κόστος για το διάστημα που υπολογίζουν ότι θα διακρατήσουν το ακίνητο.