Επιχειρηματικά δάνεια: 'Καλές αλλά λίγες' οι κινήσεις των τραπεζών

Οι τράπεζες εντείνουν τις προσπάθειές τους για αύξηση των επιχειρηματικών δανείων, χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα. Καλύτερα τα πράγματα από την εικόνα που δείχνουν τα επίσημα στοιχεία, υποστηρίζουν παράγοντες της αγοράς. 

Διστακτικά και ιδιαίτερα επιλεκτικά ξεκίνησαν και φέτος οι προσπάθειες των τραπεζών να αυξήσουν τις δανειοδοτήσεις τους προς τις εγχώριες επιχειρήσεις, καθώς τα ποσοστά μεταβολής των χορηγήσεων υπολείπονται ακόμη και των φτωχών περυσινών επιδόσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2017 και του πρώτου φετινού διμήνου (βλέπε παρατιθέμενο πίνακα), η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα μπορεί να είναι αρνητική, ωστόσο οι τράπεζες, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, επεδίωξαν περισσότερο να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις. Έτσι, ερμηνεύεται το περυσινό +0,4% και το φετινό +0,2% στα υπόλοιπα των επιχειρηματικών δανείων.

Όμως, από τα στοιχεία του ίδιου πίνακα προκύπτει πως όχι μόνο η επεκτατική προσπάθεια των τραπεζών είναι αναιμική, αλλά και αυτή επικεντρώνεται κυρίως στοντουριστικό κλάδο, καθώς οι δανειοδοτήσεις προς βιομηχανίες και κατασκευαστικές συνεχίζουν να υποχωρούν.

Στελέχη πάντως της αγοράς υποστηρίζουν πως οι μέσοι όροι πολλές φορές δεν λένε όλη την αλήθεια, σημειώνοντας: «Οι τράπεζες χτυπούν ήδη τις πόρτες υγιών επιχειρήσεων προκειμένου να τις χρηματοδοτήσουν, αλλά πολλές φορές οι τελευταίες είναι διστακτικές και ενίοτε όχι μόνο δεν αυξάνουν την τραπεζική τους έκθεση, αλλά αντίθετα μειώνουν τα δάνειά τους, εκμεταλλευόμενες τις θετικές τους ταμειακές ροές.

Πέραν αυτού, παρατηρείται και κάτι ακόμη που στρεβλώνει ως ένα βαθμό την εικόνα των επίσημων στοιχείων. Πολλές ισχυρές εταιρείες διέθεταν κατά τα τελευταία χρόνια -για λόγους ασφαλείας και αποφυγής των δυσχερειών των capital controls- σημαντικά καταθετικά ποσά μετρητών στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα ήταν δανεισμένες και από ελληνικές τράπεζες. Όσο όμως ο κίνδυνος της χώρας δείχνει να περιορίζεται, αρκετές από αυτές τις επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τμήμα των (μηδενικής απόδοσης) μετρητών τους, προκειμένου να αποπληρώσουν μέρος των δανειακών τους υποχρεώσεων, σε μια προσπάθεια αποφυγής ενός επιτοκιακού κόστους που συχνά προσεγγίζει το 3,5% έως 5,5%.

Επιπρόσθετα, ορισμένες μεγάλες -και κυρίως εξαγωγικές- επιχειρήσεις καταφέρνουν να δανείζονται με χαμηλότερα επιτόκια είτε από το εξωτερικό, είτε από άλλες πηγές (π.χ. εταιρικά ομόλογα, ΕΤΕπ) και τμήμα αυτών των χρημάτων πηγαίνει για να εξοφλήσει προϋπάρχοντα υπόλοιπα προς τις τράπεζες».

Ενδεικτική είναι η περυσινή σύναψη δανείου της εισηγμένης Γενικής Εμπορίου & Βιομηχανίας από κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ): «Στη σύμβαση της συγκεκριμένης πίστωσης, πέραν του αρχικού μειωμένου επιτοκίου δανεισμού, προβλέπονται πρόσθετα οικονομικά πλεονεκτήματα βάσει κριτηρίων επιλεξιμότητας, που αντανακλώνται στο τελικό επιτόκιο της χορήγησης για δύο συνολικά έτη», αναφέρει χαρακτηριστικά η εταιρεία.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, με οικονομικό διευθυντή εισηγμένης εταιρείας πληροφορικής να δηλώνει πως «βλέπουμε τις τράπεζες να μας τηλεφωνούν, μήπως έχουμε κάποιο έργο με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, προκειμένου να μας δανείσουν σχετικά. Παλαιότερα, τηλεφωνούσαμε εμείς και τις πιέζαμε, υποστηρίζοντας πως έχουμε ισχυρά θεμελιώδη, πως μας γνώριζαν δεκαετίες και πως ήμασταν πάντοτε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας».

Οικονομικός διευθυντής άλλης εισηγμένης εταιρείας υποστηρίζει πως οι τράπεζες είναι σήμερα κάπως πιο χαλαρές σε σχέση με την προηγούμενη διετία: «Μάλλον θα κατάλαβαν πως το κλείσιμο της κάνουλας από την πλευρά τους, απλά μείωνε τις δυνατότητές μας να πουλήσουμε, θέτοντας έτσι σε μεγαλύτερο κίνδυνο την είσπραξη των δανείων που οι ίδιες μας είχαν δώσει. Τώρα, έχουμε αυξήσει τις πωλήσεις μας και είμαστε όλοι περισσότερο χαρούμενοι σε σχέση με το παρελθόν».

Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Motor Oil ΜΟΗ -0,63% κ. Πέτρος Τζανετάκης δήλωσε πρόσφατα πως ναι μεν μειώθηκαν οι υποχρεώσεις του ομίλου προς τις τράπεζες (λόγω πολύ θετικών ταμειακών ροών και μειωμένου ρίσκου της χώρας), ωστόσο δεν υπάρχει πρόθεση πολύ μεγαλύτερης αποκλιμάκωσής τους, ως αναγνώριση της στήριξης που είχε δοθεί από το τραπεζικό σύστημα σε δύσκολες εποχές του παρελθόντος.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, όλοι αναγνωρίζουν πως η δανειοδοτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών είναι περιορισμένη σε έκταση και επιλεκτική ως προς την οικονομική φερεγγυότητα των επιχειρήσεων. Και επίσης, ότι χρειάζεται πολύ πιο άνετη χρηματοδότηση, προκειμένου το ΑΕΠ της χώρας να μπορέσει να αυξηθεί ουσιαστικά.

Παράλληλα, ευελπιστούν πως στον βαθμό που θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται ο«ελληνικός κίνδυνος», θα προκύψουν περαιτέρω περιθώρια για χρηματοδότηση των εγχώριων επιχειρήσεων από τους ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους.