ΕΒΑ: Βελτίωση στο δείκτη επιβαρυμένων ενεργητικών παρουσιάζει η Ελλάδα

Τι λέει η EBA - 6,2 τρισ ευρώ τα ενέχυρα των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Ο συνολικός σταθμισμένος δείκτης της επιβάρυνσης του ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών στα τέλη της περασμένης χρήσης ήταν 27,9% παραμένοντας αμετάβλητος σε ετήσια βάση. 

Η σταθερότητα του σχετικού δείκτη αποτελεί μια ένδειξη για τη χρηματοδοτική δομή του τραπεζικού τομέα στις χώρες της Ευρώπης όπως αναφέρει σε σχετικό report της η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.
Αν και ο δείκτης αυτός στη χώρα μας παραμένει υψηλός εν τούτοις η μείωση και αργότερα ο μηδενισμός της χρηματοδότησης από τον ELA μεταβάλει τα δεδομένα για την Ελλάδα.
Με βάση την έκθεση είναι σαφές πως υπάρχει μια ευρεία διαφοροποίηση της τιμής του δείκτη ανάλογα με το πιστωτικό ίδρυμα και τη χώρα.

Η χρηματοδότηση των τραπεζών μέσω repos - που δημιούργησαν οι ίδιες οι τράπεζες- παραμένει ο πιο σημαντικός λόγος επιβάρυνσης του ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Το μερίδιο των repos αυξήθηκε στο 30% από 27% το Δεκέμβριο του 2017.
Ακολουθούν στη δεύτερη και τρίτη θέση τα καλυμμένα ομόλογα με 17% και η χρηματοδότηση από τις Κεντρικές Τράπεζες με 10% . 

Η δεύτερη και η τρίτη παράμετρος εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με πέρυσι.
Τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης ενεργητικού τα έχουν οι τράπεζες που εξειδικεύονται στη στεγαστική πίστη.
Όπως και τα προηγούμενα χρόνια υψηλό σχετικό δείκτη εμφανίζουν οι τράπεζες που χρηματοδοτούνται από διευρυμένες αγορές καλυμμένων ομολόγων όπως οι Σκανδιναβικές χώρες καθώς και οι χώρες με υψηλή χρηματοδότηση από την Κεντρική Τράπεζα αλλά και οι χώρες της κρίσης όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Η τρίτη κατηγορία είναι οι χώρες όπου τα repos παραδοσιακά παίζουν σημαντικό ρόλο στις χρηματοοικονομικές αγορές όπως η Βρετανία και η Γαλλία.
Οι χώρες οι οποίες επλήγησαν από τη δημοσιονομική κρίση εξακολουθούν να δείχνουν υψηλούς δείκτες επιβάρυνσης ενεργητικού όπως και τα προηγούμενα χρόνια.
Όμως εκεί όπου τα προηγούμενα χρόνια αυξανόταν το επίπεδο χρηματοδότησης από τις Κεντρικές Τράπεζες τώρα το 2018 ο δείκτης επιβάρυνσης στις χώρες αυτές βελτιώθηκε και η εξάρτησή τους από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας μειώθηκε σημαντικά.
Πιο συγκεκριμένα ο δείκτης για τις ελληνικές τράπεζες έπεσε στο 23,9% από 31,6% το 2017.
Στις τράπεζες της Ιρλανδίας έπεσε στο 16,5% από 19,1% στις πορτογαλικές τράπεζες στο 17,6% από 19,1%.

Το μερίδιο της χρηματοδότησης από την Κεντρική Τράπεζα στο σύνολο της επιβάρυνσης μειώθηκε στις χώρες αυτές ακόμη περισσότερο με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στις ελληνικές τράπεζες στο 26,6% το 2018 από 61,2% το 2017.
Τα repos - που εκδίδουν οι ίδιες οι τράπεζες- παραμένουν η πιο σημαντική πηγή επιβάρυνσης του ενεργητικού των τραπεζών καθώς ως ποσοστό επί του επιβαρυμένου ενεργητικού αυξήθηκαν στο 30% το 2018 από 27% το 2017.
Στη Βρετανία και στη Γαλλία αντίστοιχα τα ποσοστά αυτά διαμορφώνονται στο 44% και 34% αντιστοίχως.

Η ανάλυση αυτή της ΕΒΑ έχει γίνει σε δείγμα 181 τραπεζών συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών της χώρας μας.
Συνολικά αυτές οι τράπεζες έχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους 32,3 τρις. ευρώ από 32,1 τρις ευρώ το Δεκέμβριο του 2017 κάτι που σημαίνει αύξηση 0,6% Επίσης είχαν ενέχυρα στο τέλος του 2018 6,2 τρις ευρώ έναντι 5,8 τρις ευρώ το Δεκέμβριο του 2017 παρουσιάζοντας αύξηση 8%.
Μέχρι το τέλος του 2017 ο συνολικός όγκος των επιβαρυμένων και των μη επιβαρυμένων ενεργητικών των τραπεζών ακολουθούσε τάση πτωτική η οποία ανεστράφη ελαφρώς εντός του 2018.
Ο δείκτης επιβάρυνσης στην Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με τις άλλες χώρες και ακολουθούν η Λετονία το Βέλγιο και η Ρουμανία.
Ο φθίνων δείκτης επιβάρυνσης ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών ακολουθεί την τάση των προηγούμενων ετών καθώς οι ελληνικές τράπεζες συνέχιζαν να μειώνουν από το δανεισμό τους από την Κεντρική Τράπεζα. 

Οι τράπεζες σε άλλες χώρες που επλήγησαν από δημοσιονομική κρίση όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία επίσης συνέχισαν να μειώνουν όπως και τα προηγούμενα χρόνια την εξάρτησή τους από τη χρηματοδότηση της Κεντρικής τράπεζας.
Επιπρόσθετα με την εξαίρεση της Κύπρου της Λετονίας και της Ελλάδας σε όλες τις άλλες χώρες ο ρυθμός ήταν σταθερός τα τελευταία 5 τρίμηνα.