Γιατί οι κυπριακές μετοχές πάνε καλύτερα από τις ελληνικές

Η απόκλιση που παρατηρείται στην πορεία των τραπεζικών μετοχών στο ταμπλό του ΧΑ και του ΧΑΚ και η εξήγηση. 

Η πορεία της κυπριακής οικονομίας, τα NPLs και η χρηματοδότηση από τον δημόσιο τομέα.


Σε αντίθεση με τις ελληνικές τραπεζικές μετοχές που από την αρχή του χρόνου καταγράφουν απώλειες μεταξύ 28% και 40% (βλέπε στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα), οι δύο εισηγμένοι κυπριακοί τίτλοι -Ελληνική και Κύπρου- από την άνοιξη και μετά έχουν ανακτήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό (ή και έχουν υπερακοντίσει) την πτώση των πρώτων μηνών, στα ταμπλό του ΧΑΚ και του Λονδίνου.

Ειδικότερα, η Τράπεζα Κύπρου ξεκίνησε το 2018 στα χρηματιστήρια της Λευκωσίας και του Λονδίνου προς 2,46 ευρώ, υποχώρησε στις 10 Μαΐου έως το 1,49 ευρώ για να ανακάμψει στη συνέχεια και σήμερα να διαπραγματεύεται μόλις γύρω στο -5% από την αρχή του έτους (2,32 ευρώ).


Ακόμη καλύτερα εξελίσσεται η χρονιά για τη μετοχή της Ελληνικής Τράπεζας, η οποία στις 2/1/2018 διαπραγματευόταν προς 0,62 ευρώ, στις 29 Μαρτίου είχε κατρακυλήσει στο 0,49 ευρώ, ωστόσο σήμερα έχει εκτιναχθεί στο επίπεδο του 0,70 ευρώ.

Ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης που καταγράφει η κυπριακή οικονομία ίσως να έχει παίξει κάποιο ρόλο στις αποτιμήσεις των τραπεζών, ωστόσο αυτός θεωρείται μάλλον δευτερεύουσας σημασίας. Άλλωστε, η Κύπρος από το 2016 έχει εισέλθει σε μιαέντονα ανοδική πορεία (ΑΕΠ στο +4,2% πέρυσι, εκτιμήσεις για άνω του 3% φέτος, προβλέψεις για +3,8% το 2019, +3,2% το 2020 και +3% το 2021) χωρίς όμως αυτό να έχει επηρεάσει τις τιμές των τραπεζικών τίτλων έως την περασμένη άνοιξη.


Αντίθετα, μεγάλη επίδραση προήλθε από τις εξελίξεις στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Συγκεκριμένα:

Πρώτον, το δημόσιο ανέλαβε να «σηκώσει στις πλάτες του» μη εξυπηρετούμενα δάνεια 7,2 δις ευρώ από την πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, δημιουργώντας -έστω και δια της πλαγίας οδού- μια «κακή κρατική τράπεζα» (είχε τη δυνατότητα, λόγω του ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μετά την επιβάρυνση δεν ξεπερνά το 110%).

Δεύτερον, η εισφορά της «καλής» Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας στην Ελληνική, σε συνδυασμό με τη δρομολογούμενη ΑΜΚ της τελευταίας ύψους 150 εκατ. ευρώ, θα μειώσουν το ποσοστό των NPLs της Ελληνικής από το 45% κάτω από το 30%.

Τρίτον, η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε πρόσφατα στην πώληση μη εξυπηρετούμενων δανείων ύψους 2,8 δισ. ευρώ. Γενικότερα, η Τράπεζα διαθέτει σήμερα NPLs γύρω στα 5,2 δισ. ευρώ, ποσό που είναι χαμηλότερο από το 50% του αντίστοιχου ποσού το 2015 και

Τέταρτον, γιατί η κυβέρνηση προετοιμάζει το «Πρόγραμμα Εστία», μέσω του οποίου αναμένεται να διευκολύνει τους «ευάλωτους» δανειολήπτες στεγαστικών δανείων όλων των τραπεζών.

Στα θετικά επίσης για τις κυπριακές τράπεζες, συγκαταλέγεται το γεγονός ότι η πρόσφατη αναβάθμιση της Κύπρου από την Standard & Poor's (από ΒΒ+ σε ΒΒΒ-) οδήγησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κάνει αποδεκτά τα κυπριακά κρατικά χρεόγραφα ως εγγύηση για τη εξασφάλιση χρηματοδότησης από το ευρωσύστημα.


Δυστυχώς στην Ελλάδα, ούτε ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας, ούτε οι δυνατότητες χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα είναι αντίστοιχες προκειμένου να «σηκώσει στην πλάτη του» ένα σημαντικό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων.Έτσι, το ζήτημα των NPLs θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτω από δυσμενέστερες συνθήκες και σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρώπη πιέζει για ταχεία εξυγίανση των ισολογισμών, με απώτερο στόχο την τραπεζική ενοποίηση.

Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η χρηματιστηριακή αγορά φαίνεται πως έχει προεξοφλήσει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη μιας νέας επανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών μέσα στο 2019.