Η άλλη όψη του νομίσματος για το ΛΕΠΕΤΕ – Η δικαστική απόφαση που δικαιώνει την Εθνική τράπεζα

Απόφαση ελληνικού δικαστηρίου δικαιώνει την Εθνική Τράπεζα για την υπόθεση του ΛΕΠΕΤΕ


Δικαστική απόφαση που δικαιώνει την Εθνική τράπεζα έλαβε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για το ΛΕΠΕΤΕ που είναι το Ταμείο επικούρησης.
Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των πρώην εργαζομένων και νυν συνταξιούχων της Εθνικής τράπεζας αναγνωρίζοντας μεταξύ άλλων ότι οι χρηματοδοτήσεις της τράπεζας δεν αποτελούν υποχρέωση.
Η Εθνική τράπεζα επίσης δεν έχει αναλάβει την ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και αυτό το αποδέχθηκε το δικαστήριο. 


Η απόφαση του δικαστηρίου στηρίζεται στα εξής νομικά στοιχεία
Ενώ το δικαστήριο αναγνώρισε προφανώς την χορήγηση επικουρικού βοηθήματος είτε με την μορφή ταμείων αλληλοβοηθείας, είτε με την μορφή ειδικών λογαριασμών αλλά και την συνταγματικότητας τους με βάση το άρθρο 5 ωστόσο αναγνωρίζεται ότι το ΛΕΠΕΤΕ ως ειδική περίπτωση.
Η σύσταση ειδικών λογαριασμών προς την συγκέντρωση περιουσίας για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό δεν αποκλειόταν στο παρελθόν και ειδικά το 1949 που είναι το έτος σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ.
Τα ταμεία επικούρησης λειτουργούν ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης και θεωρήθηκαν ότι οι ειδικοί λογαριασμοί είχαν ασφαλιστικό σκοπό.
Με βάση την κείμενη νομοθεσία συγχωνεύονται στο ΙΚΑ ΤΕΑΜ οι φορείς επικουρικής ασφάλισης οι οποίοι δεν μπορούν να παρέχουν την ελάχιστη ασφαλιστική προστασία την οποία παρέχει το ΙΚΑ - ΤΕΑΜ.
Επίσης συγχώνευση γίνεται και των φορέων επικουρικής ασφάλισης στους οποίους η σχέση μεταξύ συνταξιούχων και ασφαλισμένων είναι μικρότερη της σχέσης 1 προς 2 εκτός αν η οικονομική κατάσταση του φορέα ασφάλισης επιτρέπει την συνέχιση της λειτουργίας του.
Κατά τους νομοθέτες πέραν των δημόσιων υποχρεωτικών φορέων χρησιμοποιείται η έννοια νοούνται γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί πλασματικής εξομοίωσης. 


Επίσης προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.
Στα προγράμματα καθορισμένων εισφορών η επιχείρηση καταβάλλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή μονάδα Ταμείο και δεν έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές αν το Ταμείο κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές.
Η υποχρέωση της τράπεζας όσον αφορά τις παροχές προς τους εργαζομένους μετά την συνταξιοδότηση περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου.
Το ποσό των παροχών που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την τράπεζα καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας.


Στα προγράμματα καθορισμένων εισφορών οι υποχρεώσεις των τραπεζών εξαντλούνται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών υπό την αίρεση ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές δηλαδή δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαραίνει τον εργαζόμενο.
Στα προγράμματα καθορισμένων παροχών που οι τράπεζες έχουν αναλάβει δεσμεύσεις για τυχόν ζημίες ο κίνδυνος βαραίνει τις ίδιες τις τράπεζες.
Η βασική διαφορά των δύο προγραμμάτων έγκειται στην ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.
Στα προγράμματα καθορισμένων παροχών ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαραίνει τις τράπεζες.
Οι τράπεζες και λόγω των λογιστικών προτύπων 19 που είχαν αναλάβει στο διηνεκές την δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης οφείλουν να αναγράφουν τις υποχρεώσεις αυτές στους ισολογισμούς τους επιβαρύνοντας την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Όλα αυτά δεν θα υπήρχαν αν το προσωπικό των τραπεζών ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις της κοινωνίας και όχι των τραπεζών.


Για να αποφευχθούν αρνητικές επιδράσεις στα κεφάλαια των τραπεζών καθορίστηκαν
Ως προς την κύρια ασφάλιση οι εργαζόμενων εντάχθηκαν στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ και ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών ΕΤΕΑΜ.
Οι πρώην εργαζόμενοι της Εθνικής τράπεζας με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι είναι δικαιούχοι μετεργασιακής παροχής καταβλητέας μηνιαίως μέσω ενός κοινού έντοκου λογαριασμού ειδικού σκοπού άνευ νομικής προσωπικότητας γνωστό ως ειδικός λογαριασμός επικούρησης του προσωπικού της Εθνικής τράπεζας ΛΕΠΕΤΕ.
Οι συνταξιούχοι υποστηρίζουν ότι η Εθνική είναι υπόχρεη για καταβολή της παροχής αφού ανέκαθεν η Εθνική χρηματοδοτούσε το ΛΕΠΕΤΕ.
Κατά τους συνταξιούχους το ΛΕΠΕΤΕ λειτουργεί ως υπηρεσία δική της ταυτισμένη με το νομικό πρόσωπο καθώς και ως πρόγραμμα καθορισμένων εγγυημένων παροχών.
Η τράπεζα επίσης πρέπει να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα.
Η Εθνική τράπεζα εκπλήρωσε επί σειρά ετών τις υποχρεώσεις της τον Ιούλιο του 2017 η διοίκηση αποφάσισε μονομερώς να διακόψει την χρηματοδότηση.
Η Εθνική τράπεζα επικαλέστηκε την οικονομική κατάσταση του ομίλου και χαρακτήρισε το ΛΕΠΕΤΕ μονομερώς ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
Οι συνταξιούχοι θεωρούν ότι η κατάργηση αυτής της παροχής τους επιδεινώνει την οικονομική τους κατάσταση και συνιστά αθέτηση της εργασιακής σύμβασης.


Οι συνταξιούχοι ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι από τον Ιανουάριο 2018 η Εθνική να υποχρεωθεί να καταβάλλει για κάθε μήνα τις παροχές και εις το διηνεκές το μηνιαίο χρηματικό βοήθημα.
Επίσης μεταξύ άλλων ζητούσαν να καταβληθεί σε κάθε συνταξιούχο 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητας τους.
Ωστόσο το δικαστήριο αποφάσισε ότι εφόσον η απευθείας καταβολή των μηνιαίων παροχών δεν συνιστούσε περιεχόμενο οποιασδήποτε μεταξύ τους σύμβασης οι ίδιοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην προκειμένη δίκη και ούτε γίνονται δεκτά τα αιτήματα που ερείδονται στην βάση της επικαλούμενης ενδοσυμβατικής υποχρέωσης.
Το ΛΕΠΕΤΕ περιγράφεται ως μια υπηρεσία άνευ νομικής προσωπικότητας χωρίς ο ίδιος να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή πλην των επιμέρους αποζημιωτικών κονδυλίων ήτοι των επιμέρους μηνιαίως παροχών.
Επίσης το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε το αίτημα των συνταξιούχων που ζητούν αποκατάσταση εις το διηνεκές χωρίς σαφή προσδιορισμό έως το προσδόκιμο ζωής.
Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα στην αξίωση αποζημίωσης έως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης.
Επίσης η αγωγή απορρίφθηκε και για το σκέλος της χρηματικής αποζημίωσης λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους διότι άπαντες δε είναι εργαζόμενοι στην Εθνική τράπεζα...πλέον.
Μη νόμιμη επίσης κρίνεται η επίκληση της αδικοπρακτικής ευθύνης της Εθνικής επειδή δεν χρηματοδοτεί το ΛΕΠΕΤΕ.
Για το δικαστήριο δεν θεμελιώνεται αξίωση για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως επίκληση ευθύνης της Εθνικής εκ σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης καθώς δεν ετέθη τέτοιο θέμα.


Τα κεφάλαια του ΛΕΠΕΤΕ απαρτίζονται
1)Εισφορά των εν ενεργεία μισθωτών της Εθνικής τράπεζας σε ποσοστό 3,5%
2)Εισφορά της Εθνικής 9% επί των αποδοχών
3)Εφάπαξ εισφορά των ασφαλισμένων
4)Εφάπαξ εισφορά για κάθε αποκτώμενο τέκνο
5)Τόκους, προσόδους και άλλες εισφορές
Κατά το δικαστήριο το ΛΕΠΕΤΕ ιδρύθηκε ως Ταμείο κοινωνικής ασφάλισης και συνιστά φορέα που χορηγεί περιοδικές παροχές υπό τον τύπο βοηθήματος.
Το ΛΕΠΕΤΕ είναι φορέας επικουρικής ασφάλισης ενώ την ευθύνη για την βιωσιμότητα του την φέρει η διοίκηση του Ταμείου.
Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο αποδέχθηκε το επιχείρημα της Εθνικής ότι κάθε φορά που χρηματοδοτούσε το ΛΕΠΕΤΕ εξέφραζε ρητά την επιφύλαξη της ότι οι χρηματοδοτήσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή αντίστοιχης συμβατικής δέσμευσης.
Οι ταμειακές ενισχύσεις της Εθνικής προς το ΛΕΠΕΤΕ πήραν την μορφή δανείου και όχι δωρεά ή άλλης χαριστικής αιτίας ενώ το ΛΕΠΕΤΕ έδωσε διάφορες εξασφαλίσεις.
Οπότε τα δάνεια δεν αποτελούν οικειοθελείς παροχές ικανές να δημιουργήσουν συμβατική δεσμευτική πρακτική.
Η Εθνική τράπεζα επίσης δεν έχει αναλάβει την ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και αυτό το αποδέχθηκε το δικαστήριο.
Με βάση όλα αυτά το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των συνταξιούχων προς την Εθνική για το ΛΕΠΕΤΕ.