Καταθέσεις: Πέντε προϊόντα που υπόσχονται υψηλότερες αποδόσεις

Ποιες επιλογές δίνουν οι τράπεζες για να προσελκύσουν τους αποταμιευτές και να δώσουν ευκαιρίες για υψηλότερα επιτόκια. Τα «στοιχήματα» στο επιτόκιο της αγγλικής λίρας, το δολάριο ή και στον FTSE-25 του ΧΑ.


Έντονη κινητικότητα παρατηρείται στον χώρο των καταθέσεων, με τους αποταμιευτές να αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις και τις τράπεζες να απαντούν με την προσφορά σύνθετων προϊόντων χωρίς ρίσκο.

Σήμερα, τα επιτόκια των μεγάλου ύψους τραπεζικών καταθέσεων δύσκολα υπερβαίνουν το 0,5% (επί των οποίων επιβάλλεται φορολογική επιβάρυνση 15%), η οποία αυξάνεται συχνά στην πράξη μέσα από την αφορολόγητη διάθεση κουπονιών για εκπτωτικές αγορές προϊόντων.

Προκειμένου οι τράπεζες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των μεσαίων και μεγαλύτερων πελατών τους (ή έστω να μετριάσουν τη δυσφορία τους) και παράλληλα να επιμηκύνουν τη μέση διάρκεια των καταθέσεών τους, προχωρούν στη διάθεσησύνθετων καταθετικών προϊόντων, τα οποία χωρίς την ανάληψη ρίσκου αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο σαφώς υψηλότερων αποδόσεων.


Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα είναι τα παρακάτω:

* Καταθετικό πρόγραμμα ετήσιας διάρκειας με επιτόκιο που κυμαίνεται μεταξύ του ελάχιστου 0,2% και του 7%. Το ύψος της απόδοσης εξαρτάται από την πορεία και τη διακύμανση του δείκτη υψηλής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου της Αθήνας (FTSE-Athex/25). Ειδικότερα, η απόδοση του καταθέτη ισούται με το 7% μείον το άθροισμα των αρνητικών διμηνιαίων μεταβολών του FTSE-Athex/25, με τυχόν θετικές διμηνιαίες μεταβολές να μη λαμβάνονται υπόψη.

* Προθεσμιακή κατάθεση «ειδικού τύπου» διετούς διάρκειας με εγγυημένο το αρχικό κεφάλαιο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της και απόδοση κάθε εξάμηνο ίση με το LIBOR της αγγλικής λίρας έξι μηνών. Ο επενδυτής έχει τη δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης οποιαδήποτε στιγμή στη διάρκεια ζωής του προϊόντος, λαμβάνοντας τουλάχιστον το 100% του αρχικού του κεφαλαίου.

* Προϊόν που απευθύνεται σε όσους επιθυμούν να διαθέτουν αποταμιεύσεις σε δολάρια. Είναι τριετούς διάρκειας, αποδίδει τόκους κάθε τρίμηνο και ο επενδυτής έχει εξασφαλισμένο το κεφάλαιό του καθ' όλη τη διάρκεια του προϊόντος. Πώς όμως προκύπτει η απόδοση του αποταμιευτή;


Για κάθε τρίμηνο του πρώτου έτους, το επιτόκιο ανέρχεται σε 3,5%, αν το LIBOR τριμήνου του αμερικανικού νομίσματος κλείσει στο όριο μεταξύ του 1,5% και του 3,25% (εκτός ορίου, ο αποταμιευτής δεν εισπράττει καθόλου τόκο).

Για κάθε τρίμηνο του δεύτερου έτους, το επιτόκιο ανέρχεται σε 4%, αν το LIBOR τριμήνου του αμερικανικού νομίσματος κλείσει στο όριο μεταξύ του 1,5% και του 3,50% (εκτός ορίου, ο αποταμιευτής δεν εισπράττει καθόλου τόκο).

Και για κάθε τρίμηνο του τρίτου έτους, το επιτόκιο ανέρχεται σε 4,5%, αν το LIBOR τριμήνου του αμερικανικού νομίσματος κλείσει στο όριο μεταξύ του 1,5% και του 3,75% (εκτός ορίου, ο αποταμιευτής δεν εισπράττει καθόλου τόκο).

Είναι προφανές ότι ο κάτοχος δολαρίων υπόκειται και στον κίνδυνο του νομίσματος, καθώς αυτό μπορεί κατά τη διάρκεια της τριετίας να ανατιμηθεί ή να διολισθήσει έναντι του ευρώ.


  • Οι τράπεζες σε συνεργασία με ασφαλιστικές εταιρείες προσφέρουν στους πελάτες τους επενδυτικά-ασφαλιστικά προγράμματα πολυετούς διάρκειας (συνήθως δέκα ετών), τα οποία αποφέρουν ετήσιες αποδόσεις που μπορούν να φτάσουν στο 1,5% ή και στο 2%. Για παράδειγμα, πρόγραμμα της συγκεκριμένης κατηγορίας εφάπαξ καταβολής ύψους 17.000 ευρώ, αποδίδει στη λήξη της δεκαετίας 19.280 ευρώ, ή μηνιαίο ποσό που θα ενισχύει τη σύνταξη του πελάτη από την κοινωνική του ασφάλιση.
  • Δεκαετές πρόγραμμα ασφάλισης ζωής, εφάπαξ καταβολής συνδεδεμένο με επενδύσεις. Το 5% του κεφαλαίου κατευθύνεται σε ασφαλιστικό προϊόν και το υπόλοιπο 95% σε: α) αμοιβαίο κεφάλαιο με έμφαση τα ελληνικά κρατικά ομόλογα καιβ) σε παράγωγα σχετιζόμενα με την πορεία χρηματιστηριακών δεικτών μεγάλων χρηματιστηρίων.

Σε περίπτωση που μέσα στη δεκαετία το Α/Κ δεν καταγράψει πτώση και οι δείκτες Euro Stoxx 50, S&P 500 και Nikkei 225 διατηρηθούν σταθεροί ή ανεβούν, τότε η απόδοση του αποταμιευτή διαμορφώνεται στο +26,5%. Με βάση ένα άλλο μετριοπαθές σενάριο, η απόδοση δεκαετίας υπολογίζεται σε 6,75%, ενώ σε ένα ακραία αρνητικό σενάριο είναι πιθανή και η απώλεια κεφαλαίου.