Μικρά 'μνημόνια' επιβάλλουν οι τράπεζες

Πώς η νέα οδηγία της ΕΚΤ για προβλέψεις στο 100% του δανείου καθιστά πιο επιθετικές τις τράπεζες. Τι άλλαξε στις balloon ρυθμίσεις. Άμεσες καταβολές δόσεων κεφαλαίου, «κορσέ» σε κόστη και επενδύσεις και ποιοτικότερες εξασφαλίσεις απαιτούν και συνήθως παίρνουν οι τράπεζες.

Balloon ρυθμίσεις, οι οποίες συνοδεύονται, όμως, από αυστηρότερους όρους, επιβάλλουν οι τράπεζες στις υπερδανεισμένες επιχειρήσεις κατά τους τελευταίους μήνες, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του υψηλού ποσοστού αθέτησης ρυθμισμένων δανείων.

Η απροθυμία των βασικών μετόχων να βάλουν «φρέσκο» χρήμα στις εταιρείες τους ή να αποδεχθούν την πώληση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων αποτελεί, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, τον βασικότερο λόγο για το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις «μπαλόνια» (σ.σ. αποπληρωμή του μεγαλύτερου μέρους του οφειλόμενου κεφαλαίου κατά τη λήξη) παραμένουν κυρίαρχη πρακτική.


«Υπάρχουν επιχειρηματίες που πιέζουν επί μήνες για «κούρεμα», σε επίπεδο ονομαστικής ή καθαρής παρούσας αξίας, ενώ την ίδια στιγμή, είτε δεν θέλουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη, είτε αρνούνται να δεχθούν την είσοδο στρατηγικού επενδυτή», αναφέρουν τραπεζικά στελέχη.

Επιπρόσθετα, μεγάλο μέρος του χρόνου διαπραγμάτευσης χάνεται, σύμφωνα με τους ίδιους, προκειμένου οι βασικοί μέτοχοι να προσαρμοστούν και να αποδεχθούν τις νέες συνθήκες. Η νέα οδηγία της ΕΚΤ επιβάλλει τον σχηματισμό πρόβλεψης, σε ορίζοντα επταετίας, για το 100% της αξίας εξασφαλισμένου δανείου, εφόσον προκύψει καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών.

Πρακτικά, ο επόπτης επιβάλλει στις τράπεζες να σταματήσουν τη «βιομηχανία» των αναδιαρθρώσεων και να ρυθμίσουν αποτελεσματικά και σε μακροχρόνια βάση τα επισφαλή δάνεια. Σε διαφορετική περίπτωση, οι τράπεζες θα «κάψουν» πολύτιμα κεφάλαια, σχηματίζοντας προβλέψεις για το 100% της αξίας του δανείου και χωρίς να υπολογίζεται η αξία των εξασφαλίσεων.

Υπό το παραπάνω βάρος, παρότι οι balloon ρυθμίσεις παραμένουν κυρίαρχη πρακτική, οι επιμέρους όροι των δανειακών συμβάσεων έχουν αυστηροποιηθεί, παραπέμποντας πλέον σε μικρά «Μνημόνια».

Η χορήγηση περιόδου χάριτος, με καταβολή μόνο τόκων, έχει σχεδόν εξαφανισθεί και οι επιχειρήσεις αποπληρώνουν κεφάλαιο από την πρώτη δόση. Επιπρόσθετα, οι τράπεζες απαιτούν και λαμβάνουν μεγαλύτερες εξασφαλίσεις επί των εμπορικών απαιτήσεων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δεσμεύουν προσωρινά έσοδα από το factoring, ως εγγύηση για την ομαλή καταβολή δόσεων

.

Αθετούνται μέσα σε λίγους μήνες οι όροι των συμβάσεων

Παρά την αυστηροποίηση, η πρακτική της αθέτησης όρων των δανειακών συμβάσεων, μόλις μερικούς μήνες μετά την υπογραφή τους, συνεχίζεται. Η περίπτωση της Ιατρικού Αθηνών είναι χαρακτηριστική. Συμφώνησε, μετά από πολύμηνες συζητήσεις με τις πιστώτριες τράπεζές της (Εθνική, Alpha, Eurobank), στις 5 Οκτωβρίου 2017, την τροποποίηση των όρων του κοινού ομολογιακού δανείου της, ανεξόφλητου υπολοίπου 131,9 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα, αποφασίστηκε η παράταση λήξης κατά 3 χρόνια, το περιθώριο επιτοκίου διαμορφώθηκε στο 4% ετησίως, ενώ το ανεξόφλητο υπόλοιπο θα αποπληρωθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις. Η εισηγμένη συμφώνησε να εκχωρήσει στις τράπεζες εμπορικές απαιτήσεις καθώς και άλλες πρόσθετες εξασφαλίσεις.

Στο τέλος του περασμένου έτους, ο όμιλος δεν τηρούσε κάποιους από τους όρους της δανειακής σύμβασης, οι οποίοι σχετίζονται, σύμφωνα με την εταιρεία, με το ύψος των κεφαλαιουχικών και μη δαπανών, το ποσό εκχώρησης εμπορικών απαιτήσεων, καθώς και την απρόσκοπτη καταβολή των οφειλών του ομίλου στους προμηθευτές του.

Η Ιατρικό Αθηνών ΙΑΤΡ 0,00% στις 31/12/2017 έχει ενεχυριάσει προς εξασφάλιση των όρων τήρησης και αποπληρωμής του δανείου, εμπορικές απαιτήσεις από δημόσιους ασφαλιστικούς οργανισμούς, αξίας 38,2 εκατ. ευρώ, ενώ φέτος καλείται να αποπληρώσει 8 εκατ. ευρώ από το ομολογιακό σε δύο δόσεις (20 Ιουνίου και 20 Δεκεμβρίου).


«Κορσές» σε κόστη και επενδύσεις

Στην προσπάθειά τους να καταστήσουν λειτουργικούς τους όρους της δανειακής σύμβασης και πληρωτέες τις δόσεις, οι τράπεζες επιβάλλουν στις εταιρείες «κορσέ» στα κόστη και στη διενέργεια νέων επενδύσεων.
Εθνική, Πειραιώς, Eurobank και Alpha προχώρησαν σε αναδιοργάνωση του δανεισμού της Creta Farm, καθώς και των συμβάσεων factoring και leasing στις 14 Μαρτίου, με αναδρομική ισχύ από την 29/12/2017. Πρόκειται για ρύθμιση «μπαλόνι» με εξόφληση του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου στο τέλος της 4ετίας.

Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας, η εισηγμένη καλείται να καταβάλει, εντός των επομένων 12 μηνών, σε τράπεζες και εταιρείες leasing μόλις 1,1 εκατ. ευρώ, όταν στο τέλος του 2016 είχε μπροστά της καταβολή δόσεων και τόκων, ύψους περίπου 13,5 εκατ. ευρώ. Επιπρόσθετα από την απο-αναγνώριση των παλαιών δανείων και την αναγνώριση των νέων συμβάσεων σε εύλογη αξία, ο δανεισμός μειώθηκε κατά 6 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι τράπεζες έθεσαν αυστηρούς όρους για «νοικοκύρεμα» στα κόστη και ενέργειες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των θυγατρικών. Ήδη, από την περσινή χρονιά, «τρέχει» πρόγραμμα μείωσης λειτουργικού κόστους, το οποίο εστιάζεται στα κόστη μεταφορικού έργου, κατανάλωσης ενέργειας και αγορών πρώτων υλών και ημιέτοιμων προϊόντων.

Σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις στο εξωτερικό, ο όμιλος έχει αναπροσαρμόσει τη στρατηγική του, η οποία πλέον βασίζεται στην αξιοποίηση των κατοχυρωμένων ευρεσιτεχνιών. Στο παραπάνω πλαίσιο, η δραστηριοποίηση της θυγατρικής στις ΗΠΑ επανασχεδιάζεται, με στόχο μια συμφωνία από την οποία η Creta Farm θα εισπράττει royalties.


Καλύτερης ποιότητας εξασφαλίσεις

Στο ίδιο πλαίσιο διενεργείται, με ενδιάμεσα βήματα, η αναδιάρθρωση δανεισμού τουομίλου Vivartia, που ελέγχεται από την εισηγμένη εταιρεία MIG.

Στις 18 Απριλίου, η Vivartia προχώρησε στην έκδοση κοινού ομολογιακού, ύψους 103 εκατ. ευρώ, το οποίο καλύφθηκε από τις τράπεζες. Το ποσό του δανείου χρησιμοποιήθηκε για αποπληρωμή ισόποσων τραπεζικών υποχρεώσεων του κλάδου εστίασης.

Έτσι, δανεισμός της Εστίασης πέρασε στη Vivartia Συμμετοχών και για την εξασφάλισή του δόθηκαν: α) εγγυήσεις από τις Δέλτα και Μπάρμπα Στάθης, τις εταιρείες, δηλαδή, του υπο-ομίλου με τα υψηλότερα EBITDA, β) εξασφαλίσεις στις τράπεζες επί μετοχών Μπάρμπα Στάθης Α.Ε., Goody's Α.Ε. και Everest Α.Ε. κυριότητας της Vivartia, γ) ενσωμάτωση διαδικασίας ενδεχόμενης μελλοντικής ενεχυρίασης των μετοχών της Δέλτα Α.Ε, δ) εμπορικές απαιτήσεις της Μπάρμπα Στάθης, ύψους 3 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα πραγματοποιήθηκε αναδιάρθρωση της δομής του ομίλου, μέσω της εξαγοράς της Everest (θυγατρικής έως τότε της GOODY'S) από τη Vivartia Συμμετοχών αντί 47 εκατ. ευρώ.

Μέχρι την 18η Ιουλίου αναμένεται να επιτευχθεί συμφωνία για την αναδιάρθρωση του δανεισμού των Δέλτα, Μπάρμπα Στάθης, Goody's και Everest Α.Ε, οι οποίες συζητούνται στο πλαίσιο του ιδιωτικού συμφωνητικού χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης που υπογράφηκε μεταξύ Vivartia και τραπεζών την 1η Μαρτίου 2018.


Οι αναδιαρθρώσεις που καθυστερούν

Ακόμη πιο αργές είναι οι διαδικασίες στις εισηγμένες με υψηλό δανεισμό σε σχέση με τα EBITDA. Η Σφακιανάκης βρίσκεται εδώ και πολλούς μήνες σε συζητήσεις με τις πιστώτριες τράπεζές της, ενώ ο βασικός μέτοχος κατέβαλε πέρυσι το ποσό των 3,5 εκατ. ευρώ ως έναντι μελλοντικής αύξησης κεφαλαίου.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2017 κατατέθηκε από τις τράπεζες, και έγινε αποδεκτή από την εταιρεία, προσφορά (term-sheet) για την αναχρηματοδότηση του ομιλικού δανεισμού ύψους 292 εκατ. ευρώ. Το νέο ομολογιακό θα είναι πενταετούς διάρκειας, με δυνατότητα ανανέωσης για τρία χρόνια. Η σχετική συμφωνία θα πρέπει να υπογραφεί ως το τέλος Ιουνίου. Σημειώνεται ότι η Σφακιανάκης εμφάνισε το 2017 EBITDA 32,5 εκατ. ευρώ.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της συμφωνίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επάρκεια του κεφαλαίου κίνησης και τη διασφάλιση της απαιτούμενης ρευστότητας του ομίλου.

Στην περίπτωση της ΑΛΟΥΜΥΛ, ο καθαρός δανεισμός της στο τέλος του 2017 ανερχόταν στα 161,3 εκατ. ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις του ομίλου είχαν διαμορφωθεί στα 178,8 εκατ. ευρώ.

Διοίκηση της εισηγμένης και τράπεζες συζητούν από τα τέλη του 2016 το θέμα της αναχρηματοδότησης των υποχρεώσεων της ΑΛΟΥΜΥΛ, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει προκύψει σχετική συμφωνία. Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία επικαιροποίησης του επιχειρησιακού σχεδίου 2018-2022. Η εισηγμένη διαθέτει επί του παρόντος την απαιτούμενη ρευστότητα, ωστόσο αν το ζήτημα της δανειακής αναδιάρθρωσης καθυστερήσει σημαντικά, τότε ενδεχομένως να προκύψουν παρενέργειες.