'Μικρό καλάθι' για φρέσκα δάνεια κρατούν οι επιχειρήσεις

Μετά από οκτώ χρόνια συνεχούς αρνητικής πιστωτικής επέκτασης, παράγοντες της αγοράς αμφιβάλλουν για το κατά πόσο θα ανακάμψουν σύντομα οι εταιρικές χορηγήσεις.


 Πτωτική τάση στα επιτόκια δανείων. Αναλυτικός πίνακας. 

Καθώς οι προσδοκίες που υπήρχαν για θετική πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα -ή τουλάχιστον προς τις επιχειρήσεις- μέσα στο 2018 διαψεύσθηκαν, οι ελπίδες τώρα για άνοιγμα της τραπεζικής κάνουλας και για χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας μεταφέρονται στη φετινή χρονιά. Ωστόσο, οι επιφυλάξεις για την επίτευξη του σχετικού στόχου που εκφράζονται από παράγοντες της αγοράς ούτε λίγες είναι ούτε αδικαιολόγητες.


Πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τον περασμένο Νοέμβριο, έδειξαν ότι:

Πρώτον, η πιστωτική επέκταση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν για ένα ακόμη έτος αρνητική (για όγδοη συνεχόμενη χρονιά, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα).

Δεύτερον, η νέα υποχώρηση δεν περιορίστηκε στα δάνεια προς ιδιώτες (-1,9% στο τέλος Νοεμβρίου σε ετήσια βάση, με -2,9% στα στεγαστικά και -0,5% στα καταναλωτικά), αλλά επεκτάθηκε και στα επιχειρηματικά (-0,6%).


Οι ελπίδες τώρα για θετική πιστωτική επέκταση μεταφέρονται στο 2019, με τη Euroxx Χρηματιστηριακή να σημειώνει: «Για το 2019, περιμένουμε συνέχιση της απομόχλευσης. Για τη φετινή χρονιά, βλέπουμε ότι οι συστημικές τράπεζες θα εμφανίσουν χαμηλά μονοψήφια ποσοστά πιστωτικής επέκτασης, η οποία σχετίζεται με τη σταδιακή άμβλυνση-εξάλειψη των κεφαλαιακών περιορισμών και την επιτάχυνση της οικονομικής ανάκαμψης. Αυτό, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη εισροή καταθέσεων κατά την ίδια περίοδο, θα οδηγήσουν σε μια περαιτέρω αποκλιμάκωση του δείκτη εγχώριων χορηγήσεων προς εγχώριες καταθέσεις στις συστημικές τράπεζες, ο οποίος στο τέλος Νοεμβρίου του 2018 είχε διαμορφωθεί στο 91%».

Κινούμενοι σε παρόμοιο μήκος κύματος, παράγοντες της αγοράς αμφιβάλλουν για το κατά πόσο θα δούμε μέσα στο 2019 θετικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης,είτε συνολικά είτε μόνο στο κομμάτι των επιχειρηματικών δανείων.


Χαρακτηριστική είναι η άποψη διευθύνοντος συμβούλου εισηγμένης εταιρείας: «Πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο γρήγορα θα καταφέρει να τρέξει η ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες έχουν θέσει ως προτεραιότητα τη χρηματοδότηση υγιών επιχειρήσεων που είτε εξάγουν είτε είναι παραγωγικές. Για να ζητήσουν όμως περισσότερα δάνεια οι τελευταίες, θα πρέπει να αρχίσουν να τρέχουν σημαντικές επενδύσεις στην οικονομία, πράγμα που δεν διαφαίνεται να γίνει στο άμεσο μέλλον. Επίσης, με δεδομένο το κλίμα αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει κάθε (άτυπη ή τυπική) προεκλογική περίοδο, θεωρείται αρκετά πιθανό ότι κάποιες σχετικές επιχειρηματικές-επενδυτικές αποφάσεις θα ληφθούν μετά τις εκλογές, όταν θα έχει ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο».


Ενα άλλο στοιχείο που μετριάζει τις προσδοκίες για τη φετινή πιστωτική επέκταση είναι η κόπωση που παρατηρείται κατά τους τελευταίους μήνες στην επιστροφή καταθέσεων στα γκισέ των τραπεζών. Σύμφωνα με τραπεζικό στέλεχος, «το ευρύ κοινό δεν ανησυχεί πλέον για τις καταθέσεις του και σε σημαντικό βαθμό έχει επιστρέψει τα χρήματά του από τα στρώματα και τις θυρίδες. Αντίθετα, μικρές εισροές έχουν λάβει χώρα μέχρι σήμερα από μεγάλους καταθέτες και επιχειρήσεις, που τοποθέτησαν τα χρήματά τους στο εξωτερικό. Αυτοί, με δεδομένο και το χαμηλό ύψος των καταθετικών επιτοκίων, δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επαναπατρίσουν τα χρήματά τους, με εξαίρεση την τοποθέτησή τους σε υποσχόμενες εγχώριες επενδύσεις, είτε αυτές είναι ομολογιακές εκδόσεις, είτε κυρίως είναι υποσχόμενα projects στον τουρισμό, στις υποδομές και σε εξαγωγικές επιχειρήσεις. Άρα, λοιπόν, η δημιουργία θετικού επενδυτικού κλίματος είναι σε θέση να επαναπατρίσει κεφάλαια από το εξωτερικό, τα οποία στη συνέχεια θα διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία».


Τέλος, ένας ακόμη κομβικός παράγοντας για τη φετινή πιστωτική επέκταση είναι το κατά πόσο γρήγορα οι τράπεζες θα μπορέσουν να αντλήσουν ρευστότητα από τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Η πώληση κόκκινων δανείων, ή έστω η τιτλοποίησή τους, μπορεί να προσφέρει στις τράπεζες σημαντική ρευστότητα και ζητούμενο είναι η ταχύτητα με την οποία θα υλοποιηθούν τα σχετικά σχέδια διευκόλυνσης που έχουν εκπονηθεί «στα χαρτιά», είτε από την Τράπεζα της Ελλάδος είτε από τον SSM.

Σε κάθε περίπτωση, οι τράπεζες βλέπουν τα τελευταία χρόνια, το μέσο επιτόκιο χορηγήσεών τους να αποκλιμακώνεται, λόγω του αρνητικού Euribor αλλά και των πιέσεων που δέχονται από τις επιχειρήσεις για μείωση του κόστους χρηματοδότησής τους.

Όπως προκύπτει από τον παρατιθέμενο πίνακα, το μέσο επιτόκιο χορηγήσεων προς επιχειρήσεις για δάνεια μικρότερα του έτους έχει υποχωρήσει σταδιακά από το 7,2% του 2012 στο 5,1% το 2017, ενώ η πορεία διολίσθησης των χρεωστικών επιτοκίων συνεχίστηκε το 2018 και αναμένεται το ίδιο να συμβεί και φέτος.

Η πτωτική τάση των επιτοκίων χορηγήσεων μειώνει τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, πιέζοντας τις τελευταίες να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις τους προς υγιείς πελάτες.