Να μη ζήσουμε 'το μέλλον του παρελθόντος'

Δέκα χρόνια έχουν περάσει από την εμφάνιση της κρίσης και η χώρα δεν έχει ακόμα προχωρήσει στις αυτονόητες τομές και αλλαγές που είναι ωστόσο απαραίτητες για να δημιουργηθεί η προσδοκία μιας νέας ευημερίας. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, παρά τις εκτεταμένες συζητήσεις, το νέο παραγωγικό μοντέλο που θα οδηγήσει τη χώρα στη νέα εποχή. Με αξιοποίηση των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων και με εξασφάλιση μιας ικανοποιητικής και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Με στοχευμένη κινητοποίηση ξένων, εγχώριων, ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων. Με στοχευμένη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας. Με τη δημιουργία βιώσιμων και αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας. 

Ούτε βέβαια υπάρχει κάτι απτό για τη μεγάλη πρόκληση της εποχής, την «4η Βιομηχανική Επανάσταση». Δεν έχει ακόμα ξεκινήσει ένας συγκροτημένος, επίσημος και δομημένος διάλογος ώστε να διασφαλιστεί μια συντεταγμένη, κοινωνικά ισορροπημένη και δίκαιη μετάβαση της χώρας μας στη νέα ψηφιακή εποχή. 

Κινδυνεύουμε, με άλλα λόγια, να ζήσουμε στη χώρα μας «το μέλλον του παρελθόντος»; 

Αυτό θα γίνει εάν άμεσα δεν διορθώσουμε τα λάθη που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση και -στη συνέχεια- στον φαύλο κύκλο της ύφεσης. 

Στο πλαίσιο αυτό είναι κατά πρώτο αναγκαίο να αντιμετωπισθεί η παραγωγική - επενδυτική ανεπάρκεια του επιχειρηματικού τομέα. Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα εξακολουθεί, με κάποιες εξαιρέσεις, να μην είναι η ίδια «φιλική στην επιχειρηματικότητα». Διατηρεί μια κρατικοδίαιτη νοοτροπία. Εξακολουθεί να επιθυμεί κινήσεις με μηδενικό ρίσκο, μόνο με κρατικούς - ευρωπαϊκούς πόρους και τραπεζικό δανεισμό. Διστάζει να επενδύσει και να εκσυγχρονιστεί τεχνολογικά ώστε να στραφεί στις σύγχρονες, ποιοτικές και καινοτόμες βάσεις της ανταγωνιστικότητας αντί της μονοσήμαντης εμμονής στη συρρίκνωση των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων. 

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εκτίμηση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (Ενδιάμεση Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση/Οκτώβριος 2018) ότι η μετάβαση της οικονομίας σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά θα απαιτούσε διπλασιασμό του όγκου των επιχειρηματικών επενδύσεων στα επόμενα 2 χρόνια, ώστε αυτές να προσεγγίσουν το 11%-12% του ΑΕΠ, ή μέση ετήσια αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 3 δισ. ευρώ την περίοδο 2019-2022. Σήμερα ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν φαίνεται ρεαλιστικό, δεδομένης της παραγωγικής ανεπάρκειας και της επενδυτικής αδράνειας των εγχώριων επιχειρήσεων, αλλά και των δημοσιονομικών περιορισμών στις δημόσιες επενδύσεις. 

Είναι, επίσης, απαραίτητο να αποκατασταθούν οι μηχανισμοί δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας, κατά συνέπεια η δυνατότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να δαπανούν, να εξυπηρετούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να ικανοποιούν τις χρηματοπιστωτικές τους ανάγκες. 

Στην κατεύθυνση αυτή, εξαιρετικά σημαντική για την οικονομία και για την κοινωνία είναι η αποκατάσταση της προστασίας της εργασίας καθώς και η αποφυγή της δογματικής ταύτισης της χαμηλής ανταγωνιστικότητας με το κόστος εργασίας (αγνοώντας τα πραγματικά αίτια όπως η αδιαφάνεια, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, το φορολογικό σύστημα, η πολυπλοκότητα των νόμων, η απαράδεκτη καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης κλπ). Η εσφαλμένη αυτή αντίληψη οδήγησε στην αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, στην κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, στη μείωση των μισθών, στην αλματώδη αύξηση της μερικής απασχόλησης και στην γενικότερη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα στην εγχώρια δαπάνη και στην οικονομική δραστηριότητα. 

Το ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας δεν είναι μόνο ένας θεσμικός μηχανισμός προστασίας της εργασίας αλλά και ένας μηχανισμός διασφάλισης της κοινωνικής, της μακροοικονομικής και της χρηματοπιστωτικής συνοχής της οικονομίας. Ένα εργαλείο διασφάλισης υγιούς και σύγχρονου ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα. 

Είναι παράλληλα αναγκαίο να σταθεροποιηθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να διασφαλιστεί η ρευστότητα και κυρίως η παραγωγική κατανομή της από το τραπεζικό σύστημα, με αποφυγή όμως των «κακών» τραπεζικών πρακτικών του παρελθόντος και της αλόγιστης πιστωτικής επέκτασης. Η, μέχρι σήμερα, συνεχής μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και του συσσωρευμένου πλούτου είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία του ιδιωτικού τομέα να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια, η σταθερότητα των ελληνικών τραπεζών είναι εξαρτημένη από τη δημιουργία εισοδημάτων και ροών ρευστότητας στην οικονομία. Μια τέτοια εξέλιξη θα βελτίωνε την ποιότητα του ενεργητικού τους και την καταθετική τους βάση, οι οποίες υπονομεύτηκαν από τις πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, αλλά και από τα αντιφατικά προγράμματα εξυγίανσης που συρρίκνωσαν δραματικά το τραπεζικό σύστημα, την απασχόληση και τα δίκτυα καταστημάτων, σε βάρος της εξυπηρέτησης της πελατείας και της αναγκαίας στήριξης της πραγματικής οικονομίας. Η τελευταία προϋποθέτει να λυθεί ολοκληρωμένα, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και ευαισθησίας, το ζήτημα των κόκκινων δανείων καθώς και να εγκαταλειφθούν υφεσιακές οικονομικές πολιτικές και επιχειρηματικές επιλογές συρρίκνωσης, που προοπτικά υπονομεύουν τον αναπτυξιακό ρόλο των Τραπεζών. 

Ταυτόχρονα σημαντικές αλλαγές απαιτούνται στη φορολογία, με απλοποίηση του συστήματος, σταθερότητα, προοδευτικότητα, στοχευμένα φορολογικά κίνητρα, δραστικό περιορισμό της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής και εξορθολογισμό της φορολογικής επιβάρυνσης ώστε το φορολογικό σύστημα να καταστεί δίκαιο και να μην αποτελεί τελικά τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Επιπρόσθετα υπάρχει η αδήριτη ανάγκη για ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, αντιγραφειοκρατικό, ποιοτικά αναβαθμισμένο, με καλύτερο εποπτικό ρόλο. Με αλλαγή κουλτούρας της Δημόσιας Διοίκησης, η οποία πρέπει να γίνει πιο φιλική απέναντι στον πολίτη και στους παραγωγικούς φορείς. 

Οι προαναφερθείσες βασικές αλλαγές εκτιμώ ότι θα συμβάλουν ώστε η οικονομία να μπει σε μια βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, βέβαια, να αρθεί το συντομότερο η δέσμευση της χώρας για τα δυσβάσταχτα πρωτογενή πλεονάσματα. Δέσμευση, που την εγκλωβίζει σε ένα καθεστώς ακραίας δημοσιονομικής και εισοδηματικής λιτότητας, μπλοκάροντας ταυτόχρονα το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων σε υποδομές, μεγάλα έργα, ενέργεια κλπ. 

Αντίθετα, το να μπει η οικονομία μας σε μια τροχιά υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, προϋποθέτει την άμεση εξάλειψη κάθε μορφής αφαίμαξής της από μέτρα λιτότητας. Ούτε ανάπτυξη ούτε ενίσχυση της παραγωγής - επιχειρηματικότητας μπορούμε να έχουμε με έλλειψη αγοραστικής δύναμης και συνεχή μέτρα λιτότητας. 

Εκείνο, όμως, που πρώτιστα απαιτείται, είναι η πολιτική βούληση να γίνουν πράξη οι αναγκαίες προοδευτικές, βαθιές τομές σε βασικές δομές της χώρας όπως στο κράτος, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εργασία, στην επιχειρηματικότητα και κυρίως στην παιδεία και στην κουλτούρα της χώρας. Να διαμορφωθεί, μέσα από ευρύτατο κοινωνικό διάλογο, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ώστε το μέρισμα της ανάπτυξης να κατανεμηθεί δίκαια και να οδηγήσει τον ελληνικό λαό στο σύνολό του στην πολυπόθητη ευημερία. 

*O Γιάννης Πούπκος είναι Οικονομολόγος, πρ. Αντιπρόεδρος της Νεολαίας των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων

Πηγή TheCaller.gr