Ο κίνδυνος ύφεσης στην Γερμανία και το Brexit μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση 0,4% έως 0,8% στο ελληνικό ΑΕΠ το 2020

Oι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές δεν διασφαλίζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης - βλέπε Πορτογαλία - η Ελλάδα μόνο συγκυριακά και όχι επαναλαμβανόμενα θα μπορούσε να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Ο κίνδυνος ύφεσης στην Γερμανία και το Brexit μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση 0,4% έως 0,8% στο ελληνικό ΑΕΠ αναφέρουν καλά ενημερωμένες πηγές που παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις. 

Για το 2020 ο βασικός στόχος για το ΑΕΠ θα είναι 2,6% με 2,8% αλλά εάν τελικώς η ύφεση εμφανιστεί στην γερμανική οικονομία και το Brexit δεν εξελιχθεί ομαλά και υπερισχύσει το σκληρό Brexit... τότε η αρνητική επίδραση στο ελληνικό ΑΕΠ θα είναι 0,4% με 0,8% όπερ σημαίνει ότι το 2020 η Ελλάδα μπορεί να έχει ίδια ανάπτυξη με το 2019.
Όπως αποδεικνύεται η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης στην οικονομία αποτελεί ένα πολύ δύσκολο στόχο καθώς πέραν των πολλών μέτρων που πρέπει να παρθούν στο εσωτερικό...δεν βοηθάει και το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. 


Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι στοχεύει σε ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας 4% σε ετήσια βάση.

Είναι εφικτός ο στόχος αυτός;
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε την σημερινή οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα

1)Η οικονομική ανάπτυξη είναι αναιμική, όπως φάνηκε και στο α΄ τρίμηνο του 2019.
Υπάρχουν εκτιμήσεις που αναφέρουν ότι σε ετήσια βάση ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε 1,9% με 2,1% για το 2019.
2)Η ανεργία στο 18% παραμένει από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη.
3)Οι τράπεζες συνεχίζουν να ακολουθούν εσωστρεφείς πολιτικές καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση των 76 δισεκ. προβληματικών δανείων.
Ελλείψει κεφαλαίων οι τράπεζες δεν μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Eurobank, θα χρειαστεί έως το 2021 εξυγίανση.
4)Τα capital controls έχουν πλήρως αρθεί αλλά δεν αλλάζει την δυναμική της οικονομίας.
5)Ο φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα είναι ο υψηλότερος στην ευρωζώνη για τις επιχειρήσεις στο 28%.

Η πραγματική επιβάρυνση φθάνει το 55% όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι κάτω από 40%.
Να σημειωθεί ότι ο μέσος όρος στην Ευρώπη ως προς τον φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων είναι στο 22% έναντι 28% της Ελλάδος.
6)Η ενέργεια, η τιμολόγηση και το κόστος ενέργειας αποτελούν σημαντικά προβλήματα για την οικονομία.
7)Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Ελλάδος είναι πρωτοφανείς.
Δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να είναι υποχρεωμένη να επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% έως το 2022 και 2,2% και για 40 ακόμη χρόνια.
Ήταν μια άκρως επιβαρυντική για την Ελλάδα απόφαση των ευρωπαίων για να εξυπηρετείται το χρέος.
Ο παράγοντας αυτός από μόνος του μπορεί να διαλύσει τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος.
8)Η ιδιωτική κατανάλωση εμφανίζει σοβαρές ατέλειες, το κέρδος από τις εμπορικές δραστηριότητες είναι σε ιστορικά χαμηλά.
9)Λησμονείται ότι η Ελλάδα συνεχίζει στα 356 δισεκ. να διαθέτει μη βιώσιμο χρέος το οποίο είναι αδηφάγο και δαπανάει μεγάλο μέρος των εσόδων ακόμη και με τις «λογιστικές» παρεμβάσεις που έχουν υπάρξει για το χρέος.
10)Οι τράπεζες υλοποίησαν μικρές στοχευμένες κινήσεις για ενίσχυση των κεφαλαίων τους ώστε να καλύψουν ανάγκες όχι για αναπτυξιακούς σκοπούς.
Η βασική αδυναμία των τραπεζών ονομάζεται αδυναμία στην εσωτερική παραγωγή κεφαλαίου ελλείψει προφανώς σοβαρής κερδοφορίας.
11)Η Ελλάδα παραμένει ακόμη εκτός επενδυτικής βαθμίδας και έτσι εξηγείται γιατί δανείζεται με επιτόκια 1,61% στα 10 χρόνια έναντι της Πορτογαλίας στα 0,13%.


Η Ελλάδα θα μπορούσε το 2021 να αναβαθμιστεί σε επενδυτική βαθμίδα υπό όρους.
Η Ελλάδα ωστόσο εμφανίζει βελτίωση στο CDS στο ασφάλιστρο έναντι ρίσκου χώρας στις 253 μονάδες με τον συντελεστή χρεοκοπίας να βρίσκεται στο 4,21% και να είναι ο χαμηλότερος που καταγράφεται μετά το PSI+ με το haircut στα ομόλογα.


Υπό αυτούς τους λόγους και με δεδομένo ότι οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές δεν διασφαλίζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης - βλέπε Πορτογαλία - η Ελλάδα μόνο συγκυριακά και όχι επαναλαμβανόμενα θα μπορούσε να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.