Μία 10ετία χρειάζεται για μείωση των κόκκινων δανείων

Περίπου δέκα χρόνια εκτιμά ο DBRS ότι θα χρειαστούν οι ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να περιορίσουν δραστικά, στα ευρωπαϊκά επίπεδα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs). 

Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να μειώσουν τα προβληματικά δάνεια κατά 90% σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα, προκειμένου να περιορίσουν τον δείκτη των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 5% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων. Σημειώνεται ότι, για να πετύχουν δείκτη NPLs κάτω του 5%, εκτός των ελληνικών τραπεζών, και οι κυπριακές τράπεζες θα πρέπει να μειώσουν το απόθεμα προβληματικών δανείων κατά περίπου 90%, ενώ αντιστοίχως πέντε τράπεζες της Πορτογαλίας και τρεις της Σλοβενίας που χαρακτηρίζονται τράπεζες με υψηλά NPLs θα πρέπει να τα μειώσουν κατά 75%. Επίσης, τρεις τράπεζες υψηλών NPLs στην Ιρλανδία θα πρέπει να μειώσουν τα κόκκινα δάνειά τους κατά περίπου 70% και έντεκα ιταλικές, κατά περίπου 60%.

Σύμφωνα με τον οίκο DBRS, το πρόβλημα των υψηλών NPLs θα παραμείνει για χρόνια σε αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες και θα απαιτηθεί χρόνος για την εξυγίανση των ισολογισμών τους. Οπως σημειώνεται στην ανάλυση, το πρόβλημα έχει εντοπιστεί από την ΕΚΤ, η οποία έχει αναδείξει σε προτεραιότητα τη μείωση του αποθέματος κόκκινων δανείων. Σύμφωνα με εκτίμηση του οίκου, χωρίς πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των NPLs το πρόβλημα θα παραμείνει στην Ευρώπη για αρκετά χρόνια. Συνολικά στην ανάλυση του DBRS περιλαμβάνονται 59 τράπεζες με υψηλά NPLs σε σύνολο 132 τραπεζών, και το συνολικό ύψος των NPLs του δείγματος φθάνει τα 629 δισ. ευρώ (Ιούνιος 2017) και θα πρέπει να μειώσουν το απόθεμα αυτό κατά 54% για να επιτύχουν δείκτη NPLs κάτω του 5%. Για να γίνει αυτό, εκτιμά, θα απαιτηθούν περίπου 4 χρόνια με τις ελληνικές τράπεζες να χρειάζονται περίπου 10 χρόνια, τις κυπριακές 7 έτη, τις ιταλικές 5 έτη, τις πορτογαλικές 4 έτη, ενώ οι τράπεζες από Ιρλανδία, Βέλγιο, Ισπανία και Σλοβενία 2 με 3 έτη. Σημειώνεται ότι το δείγμα περιλαμβάνει και δύο γαλλικές τράπεζες που χαρακτηρίζονται υψηλών NPLs και οι οποίες θα πρέπει να μειώσουν το απόθεμα των NPLs κατά περίπου 5%, κάτι που, όπως εκτιμάται, μπορεί να επιτευχθεί σε λιγότερο από 1 έτος.

Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τους επιχειρησιακούς στόχους των «προβληματικών» δανείων, στο τέλος Δεκεμβρίου 2017 τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα (NPEs) διαμορφώθηκαν σε 94,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 27,6 δισ. ευρώ ήταν στη στεγαστική πίστη, τα 11,5 δισ. ευρώ στην καταναλωτική πίστη και τα υπόλοιπα 55,2 δισ. ευρώ ήταν σε επιχειρηματικά δάνεια. Αντιστοίχως, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) διαμορφώθηκαν στο τέλος Δεκεμβρίου στα 65,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 20,6 δισ. ευρώ ήταν στεγαστικά, τα 8,9 δισ. ευρώ καταναλωτικά και τα 35,6 δισ. ευρώ επιχειρηματικά. Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις των διοικήσεων στην ΕΚΤ, οι εγχώριες τράπεζες την εφετινή χρονιά θα πρέπει να μειώσουν τα NPEs κατά 12,9 δισ. ευρώ και τα NPLs, κατά 13,1 δισ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι τα NPLs περιλαμβάνουν τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, ενώ τα NPEs περιλαμβάνουν τα NPLs και επιπλέον δάνεια στα οποία έχει πραγματοποιηθεί αναδιάρθρωση λόγω προβλημάτων στην ομαλή εξυπηρέτησή τους.

Οπως έγραψε η «Κ» την προηγούμενη εβδομάδα, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του stress test -τα αποτελέσματα του οποίου αναμένεται να ανακοινωθούν στις αρχές Μαΐου- οι ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές σε συνεργασία με τις διοικήσεις των τραπεζών θα προχωρήσουν σε επανεξέταση της στρατηγικής για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων, με στόχο την επιτάχυνση των ρυθμών μείωσής τους.