Σε 'βαθιά νερά' το 2019 οι τράπεζες για τη μείωση των NPLs

Μια πλούσια σε γεγονότα χρονιά για τις τράπεζες έφτασε στο τέλος της,


 με το 2019 να σηματοδοτεί ραγδαίες εξελίξεις για την είσοδο των ελληνικών τραπεζών σε μια νέα εποχή, που θα αλλάξει πλήρως τα μέχρι σήμερα δεδομένα.


Στη μετάβασή τους αυτή, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να απαντήσουν επιτυχώς σε τρεις προκλήσεις:

α) Στην αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους, μειώνοντας ταχύτατα το σημαντικό ύψος των NPEs και διατηρώντας παράλληλα τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία, την πρόσβαση στις αγορές και την εμπιστοσύνη πελατών, αγορών και εποπτικών Αρχών.

β) Στην ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της τεχνολογικής τους αναβάθμισης, καθώς και της λειτουργικής και επιχειρησιακής τους προσαρμογής, κυρίως με την επιτυχή εμπορευματοποίηση των νέων front and back office ψηφιακών εφαρμογών με ανταγωνιστικό κόστος.

γ) Στην ανάγκη και ικανότητα της κάθε τράπεζας να ενισχύει καθημερινά τα άυλα και ποιοτικά στοιχεία του ανταγωνισμού, που αποτελούν και το διαρκές και μονιμότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.


Τo νέο stress test

Το 2018 οι ελληνικές τράπεζες, τρία χρόνια μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, ολοκλήρωσαν επιτυχώς νέα άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενήργησε η ΕΚΤ. Τα αποτελέσματα του stress test για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες έδειξαν ότι, στην περίπτωση μιας αρνητικής εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας την επόμενη τριετία, με βάση το δυσμενές σενάριο της άσκησης, η επίπτωση στην κεφαλαιακή τους βάση θα ήταν περίπου 9 ποσοστιαίες μονάδες, που αντιστοιχούν σε κεφάλαια 15,5 δισ. ευρώ.

Οι απώλειες αυτές υπερκαλύπτονται από την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, επομένως δεν υπάρχει ανάγκη αύξησης κεφαλαίου. Καθώς, όμως, στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δεν ετέθη θέμα επιτυχίας ή αποτυχίας, τα αποτελέσματά της, μαζί με άλλες σχετικές εποπτικές πληροφορίες, με κύρια τη διαδικασία Εποπτικής Αξιολόγησης (SREP), που βρίσκεται σε συνεχή ροή, θα σχηματίσουν τη συνολική εποπτική αξιολόγηση για την κατάσταση της κάθε τράπεζας.


Υπενθυμίζεται ότι τα αποτελέσματα του stress test είχαν δείξει τα εξής:

- Η Alpha Bank -η οποία εμφάνισε την ισχυρότερη επίδοση μεταξύ των τραπεζών- ολοκλήρωσε την άσκηση με δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 20,37% με το βασικό σενάριο και 9,69% με το δυσμενές.
- Η Eurobank εμφάνισε δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 16,56% με το βασικό και 6,75% με το δυσμενές σενάριο.
- Η Εθνική Τράπεζα 15,99% με το βασικό και 6,92% με το δυσμενές σενάριο.
- Η Τράπεζα Πειραιώς 14,52% με το βασικό και 5,9% με το δυσμενές σενάριο.

Η εικόνα του stress test ήταν ιδιαίτερα θετική, καθώς ακόμα και στο ακραία δυσμενές σενάριο οι εγχώριες τράπεζες εμφανίζουν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας αισθητά υψηλότερους του 5,5%, που ήταν ο ελάχιστος πήχης που είχε θέσει ανεπισήμως η ΕΚΤ.

Υπενθυμίζεται ότι το δυσμενές σενάριο της άσκησης προέβλεπε μείωση του ΑΕΠ κατά 1,3% για το 2018, περαιτέρω συρρίκνωση κατά 2,1% το 2019 και σταθεροποίηση με άνοδο 0,2% το 2020.


Μετά τα stress tests και υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομία θα συνεχίσει να ανακάμπτει σταθερά, οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών για το 2019 είναι καλύτερες. Και αυτό διότι αναμένεται να εξυγιάνουν ταχύτερα τους ισολογισμούς τους, βελτιώνοντας την ποιότητα των περιουσιακών τους στοιχείων, τη συνολική τους ρευστότητα και τη διακυβέρνησή τους. Το τελικό ζητούμενο, πάντως, το οποίο εμποδίζεται από την υψηλή επιβάρυνση των κεφαλαίων των τραπεζών από τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία, είναι να αποκατασταθεί ο δανεισμός και να επανέλθει η πλήρης εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην πράξη εντός του 2018, και ειδικότερα ο νέος πτωχευτικός κώδικας, το νέο σύστημα εξωδικαστικού συμβιβασμού και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, αναμένεται να διευκολύνουν την επίλυση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών.


H κρίσιμη μείωση των NPEs

To εάν οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν νέες αυξήσεις κεφαλαίου θα κριθεί από το τι μέλλει γενέσθαι εφεξής σε επίπεδο μείωσης "κόκκινων" δανείων.

Με την έναρξη του 2019, οι τράπεζες ξεκινούν να υλοποιήσουν ένα φιλόδοξο σχέδιο δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με ορίζοντα την υποχώρησή τους κατά 53,6 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του 2021. Με κύριο "όπλο" τις πωλήσεις και τις τιτλοποιήσεις "κόκκινων" δανείων, αλλά και τους πλειστηριασμούς, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους στα 35 δισ. ευρώ, από 88,6 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος Ιουνίου 2018. Η μείωση αυτή θα επέλθει μέσα στην τριετία 2019-2021, με ζητούμενο την υποχώρηση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) κάτω του 20% στο τέλος του 2021, από 47,6% σήμερα.

Μέχρι στιγμής οι τράπεζες έχουν κινηθεί εντός στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, μειώνοντάς τα στα 84,7 δισ. στο τέλος Σεπτεμβρίου 2018, περίπου 9,7 δισ. ευρώ χαμηλότερα συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2017 και κατά περίπου 22,5 δισ. ευρώ (δηλ. περισσότερο από 20%) έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο NPEs.

Η μείωση που έχει επιτευχθεί, ωστόσο, είναι σταγόνα στον ωκεανό, αφού οι μέχρι στιγμής επιδόσεις των τραπεζών δεν έχουν αποτυπωθεί πρακτικά στο ζητούμενο της απελευθέρωσης κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Και η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι ζωτικής σημασίας, διότι:


- Θα μειώσει το κόστος του πιστωτικού κινδύνου, το οποίο παραμένει πολύ υψηλότερο από το προ της κρίσης επίπεδό του και απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των τραπεζών πριν από προβλέψεις. Το απαγορευτικά υψηλό κόστος του πιστωτικού κινδύνου διατηρεί υψηλό το περιθώριο διαμεσολάβησης, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ζήτηση δανείων και να διαβρώνεται η ανταγωνιστικότητα.

- Θα ενισχύσει τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών, δεδομένου ότι κατά κανόνα τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού δεν αποφέρουν τόκους.

- Θα μπορέσει να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, στο βαθμό που βοηθά να μετριαστούν οι ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα του ενεργητικού και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά τους.

- Θα μειώσει το διοικητικό βάρος και το λειτουργικό κόστος της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού.

- Θα επιτρέψει στις διοικήσεις των τραπεζών να επικεντρωθούν στην αναζήτηση επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας.


H πρόταση του ΤΧΣ

Προ του επείγοντος και κρίσιμου για τη βιωσιμότητα των ελληνικών τραπεζών να κοπεί ο γόρδιος δεσμός των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το ξεκίνημα του 2019 θα διαμορφώσει τα νέα δεδομένα για τις τράπεζες. Κι αυτό διότι αναμένονται τα πορίσματα των ευρωπαϊκών Αρχών επί των προτάσεων συλλογικής ρύθμισης των NPLs που έχουν καταθέσει το ΤΧΣ και η ΤτΕ.

Το σχέδιο του ΤΧΣ, που, όπως είχε γράψει το "Κ", θα παρουσιαστεί εντός του Ιανουαρίου από το υπουργείο Οικονομικών στη Διεύθυνση Ανταγωνισμού (DGComp) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προβλέπει τη μεταφορά 15-20 δισ. ευρώ "κόκκινων" δανείων σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (Asset Protection Schemes), που θα συστήσουν οι τράπεζες. Τα δάνεια θα τιτλοποιηθούν για να πουληθούν σε επενδυτές, συνοδευόμενα από κρατικές εγγυήσεις. Μέσω αυτών, το Δημόσιο θα εγγυάται το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς μεταξύ των προβλέψεων που καλύπτουν τα δάνεια και της τιμής αγοράς στην οποία θα αγοραστούν, προκειμένου να περιοριστεί δραστικά η ζημία για τις τράπεζες. Οι εγγυήσεις μπορεί να φτάσουν στα 5-6 δισ. ευρώ. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν από την DGCοmp κρατική ενίσχυση.

H πρόταση του ΤΧΣ θεωρείται, πάντως, ότι μπορεί να προχωρήσει άμεσα (ενδεχομένως τον Απρίλιο 2019), καθώς κινείται στα πρότυπα του μοντέλου κρατικών εγγυήσεων που ακολουθήθηκε στην Ιταλία και είναι οικεία στους ξένους επενδυτές. Σημαντική ειδοποιός διαφορά είναι, ωστόσο, το ότι τα ιταλικά ομόλογα είχαν επενδυτική βαθμίδα που δεν έχουν τα ελληνικά.


Η πρόταση της ΤτΕ

Από την άλλη πλευρά, η πρόταση της ΤτΕ αφορά τη μεταφορά σε όχημα ειδικού σκοπού (SPV) μη εξυπηρετούμενων δανείων ονομαστικής αξίας 40 δισ. ευρώ. Το SPV θα εκδώσει και θα μεταφέρει στις τράπεζες ομόλογα ίσα με τη λογιστική αξία των δανείων που θα μεταφερθούν (20 δισ. ευρώ μετά την αφαίρεση των προβλέψεων). Παράλληλα, θα ενεργοποιηθεί αναβαλλόμενος φόρος ύψους 7,5 δισ. ευρώ, ο οποίος θα χρησιμοποιηθεί ως εγγυήσεις στο SPV προκειμένου τα "κόκκινα" δάνεια να φύγουν από τις τράπεζες και να εκδοθούν έναντι αυτών ομόλογα που θα πουληθούν σε ιδιώτες επενδυτές.

Στην πράξη, από τους ισολογισμούς των τραπεζών θα φύγουν 27,5 δισ. ευρώ από "κόκκινα" δάνεια και αναβαλλόμενος φόρος και στη θέση τους οι τράπεζες θα βάλουν τα δισ. που θα λάβουν από το SPV είτε με τη μορφή ομολόγων είτε με τη μορφή μετρητών από τη διαχείριση των NPEs. Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία θα ομαδοποιηθούν ανά κατηγορία (στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά, ναυτιλιακά), θα γίνει από μία ή και περισσότερες εταιρείες διαχείρισης. Η αποτίμηση των δανείων που θα μεταφερθούν θα γίνει από ορκωτούς λογιστές. Εάν οι ανακτήσεις από τη διαχείριση θα είναι μικρότερες από την αξία των ομολόγων, τότε ο κωδικός DTC που θα ανήκει στο SPV θα μετατρέπεται σε μετρητά για να καλύψει το έλλειμμα. Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλίζεται η αξία των ομολόγων για τους επενδυτές.



Με την πρόταση της ΤτΕ, οι τράπεζες απαλλάσσονται από μεγαλύτερο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων, ωστόσο απομειώνουν την καθαρή τους θέση κατά 7,5 δισ. ευρώ λόγω της "απόσπασης" αναβαλλόμενου φόρου. Αν και έτσι βελτιώνεται η σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων τους, η έλλειψη του αναβαλλόμενου φόρου θα τις υποχρεώσει σε νέα κεφαλαιακή ενίσχυση (όχι απαραιτήτως με μετοχές) μέσα στο β' εξάμηνο 2019. Σε κάθε περίπτωση, θα απαιτηθεί από την ΕΚΤ ανοχή (regulatory forbearance) στις τράπεζες για την υποχώρηση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας μέχρι να πουληθούν τα "κόκκινα" δάνεια από το SPV.

Αν και καλό, λόγω του μεγαλύτερου όγκου NPLs που μπορούν να ξεφορτωθούν άμεσα οι τράπεζες, το σχέδιο της ΤτΕ είναι αρκετά περίπλοκο και είναι άγνωστο σε ποια τιμή θα αγοράσει ο εκκαθαριστής τα "κόκκινα" δάνεια. Χρονικά, επίσης, το σχέδιο έχει μεγαλύτερο ορίζοντα έναρξης υλοποίησης, όπως εκτιμάται όχι νωρίτερα από τον Σεπτέμβριο 2019.


Η λύση ή ο συνδυασμός λύσεων που θα προκριθεί για τη συλλογική μείωση των NPLs δεν απαλλάσσει τις τράπεζες από το να βρουν η καθεμία τρόπους για την επιτάχυνση των μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους. Το σχέδιο δραστικής μείωσης των NPEs που ανακοίνωσε η Eurobank και στηρίζεται στην τιτλοποίηση "κόκκινων" δανείων θα υλοποιηθεί μέσα στο α' τρίμηνο 2019 και θα αποτελέσει οδηγό για παρόμοιες κινήσεις και από τις υπόλοιπες τράπεζες. Το σχέδιο της Eurobank ξεκινά από τη συγχώνευση με την Grivalia, μέσω της οποίας θα υλοποιηθεί έμμεση αύξηση κεφαλαίου στην τράπεζα κατά 900 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα με τη συγχώνευση, η Eurobank θα περάσει σε SPV δάνεια 7 δισ. ευρώ που βρίσκονται σε βαθιά καθυστέρηση. Τα δάνεια αυτά θα τιτλοποιηθούν σε δύο τίτλους: έναν senior, 2 δισ. ευρώ, τον οποίο θα διακρατήσει η τράπεζα, και έναν mezzanine, 1,2 δισ. ευρώ, που θα δοθεί στους παλαιούς μετόχους.

Η νέα οντότητα που θα δημιουργηθεί από τη συγχώνευση Eurobank-Grivalia θα αποκτήσει, έτσι, δύο θυγατρικές: α) τη νέα Eurobank, χωρίς τα δάνεια βαθιάς καθυστέρησης, ύψους 7 δισ. ευρώ, στην οποία θα μεταφερθεί όλο το υπόλοιπο ενεργητικό και παθητικό της τράπεζας και ο αναβαλλόμενος φόρος (DTC), και β) την Εταιρεία Ειδικού Σκοπού (SPV), στην οποία θα μεταφερθούν τα δάνεια των 7 δισ. ευρώ έναντι των οποίων θα εκδοθούν ομόλογα.

Στο τέλος του εταιρικού μετασχηματισμού (σε έναν χρόνο από σήμερα) της Eurobank, ο δείκτης NPE της τράπεζας θα έχει υποχωρήσει στο 15%, με προοπτική μονοψήφιο ποσοστό το 2021.