Το μέλλον της εργασίας και ο ρόλος των συλλογικοτήτων

Στη χώρα μας, όπου πλέον υπάρχει μια πλήρως απορυθμισμένη αγορά εργασίας, απόρροια της εφαρμογής των καταστροφικών μνημονιακών πολιτικών, έχει πρόσφατα ξεκινήσει η συζήτηση για τις περαιτέρω επιπτώσεις που θα έχει στην εργασία, η μετάβαση στη νέα ψηφιακή εποχή.

Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή ραγδαίων μεταβολών στην τεχνολογία, στην ρομποτική, στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επηρεάσουν τη φύση και το περιεχόμενο της εργασίας και να καθορίσουν το μέλλον της.

Επιχειρηματίας στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός ανέφερε ότι σύντομα στην επιχείρησή του θα υπάρχουν μόνο δύο έμψυχα όντα, ένας σκύλος και ένας άνθρωπος. «Ο σκύλος θα φυλάει τις μηχανές και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και ο άνθρωπος θα ταΐζει τον σκύλο»! Πρόκειται για ένα παράδειγμα το οποίο εντάσσεται στα ακραία αλλά δημοφιλή σε ορισμένους κύκλους σενάρια, τα οποία προβλέπουν «το τέλος της εργασίας».

Εάν πιστέψουμε σε αυτά, η νέα ψηφιακή εποχή θα εκτοπίσει σε δραματικό βαθμό τους εργαζόμενους. 'Όσες εργασίες εμπεριέχουν μια συγκεκριμένη διαδοχή τυποποιημένων οδηγιών, θα κωδικοποιούνται και θα εκτελούνται από έναν «έξυπνο» υπολογιστή ή από ένα ρομπότ. Οι μηχανές θα διαθέτουν τόσο εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη που οι άνθρωποι θα αδυνατούν να τις συναγωνιστούν.

Αυτά τα ακραία σενάρια παραβλέπουν ωστόσο μια σειρά τεχνολογικών, οικονομικών, ηθικών και κοινωνικών παραμέτρων που περιορίζουν τη χρονική αμεσότητα και την έκταση των ανατροπών και ακυρώνουν τους ισχυρισμούς για την καθολική υπεροχή της τεχνητής νοημοσύνης έναντι των ανθρώπινων δεξιοτήτων.

Έχει αντίθετα αποδειχθεί ότι ορισμένες ανθρώπινες δεξιότητες είναι μοναδικές και δεν μπορούν να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη. Για το λόγο αυτό, η επίλυση συνθέτων προβλημάτων, που απαιτούν εμπειρία, αναλυτική σκέψη, ενσυναίσθηση και δεξιότητες επικοινωνίας θα παραμείνει ανθρώπινη αποκλειστικότητα.

Ανάμεσα στα σενάρια καταστροφής και στα σενάρια επανάπαυσης, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η νέα ψηφιακή εποχή θα καταργήσει κάποια επαγγέλματα και για πολύ περισσότερα θα μεταβάλει το περιεχόμενό τους. Θα δημιουργήσει όμως και νέα, συμπληρωματικά επαγγέλματα και θέσεις εργασίας, τροφοδοτώντας αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης, ενώ τα νέα προϊόντα θα δώσουν ώθηση στην οικονομία και στη δημιουργία νέου παραγωγικού πλούτου.

Κρίσιμο είναι με ποιούς όρους οικονομικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας αλλά και κοινωνικής συνοχής, με ποιό θεσμικό - ρυθμιστικό πλαίσιο και με ποιά εισοδηματική διανομή θα αξιοποιηθούν από τις επιχειρήσεις και την κοινωνία οι μεγάλες δυνατότητες των νέων ψηφιακών τεχνολογιών. Πώς θα μοιραστούν τα οφέλη και οι συνέπειές τους.

Διαφαίνεται ότι όλο και μεγαλύτερος αριθμός εργαζόμενων θα αποκτούν στο μέλλον το εισόδημά τους παρέχοντας υπηρεσίες σε πολλούς διαδοχικούς εργοδότες, σε συνθήκες ατομικού ανταγωνισμού, που θα συμπιέζει αμοιβές και δικαιώματα όχι μόνο των συγκεκριμένων εργαζομένων αλλά και των «κανονικών» εργαζομένων στις επιχειρήσεις που εξωτερικεύουν τέτοιες δραστηριότητες σε τοπική, εθνική ή, κυρίως, υπερεθνική κλίμακα.

Με τη χρήση της «νομαδικής» εργασίας και των πλατφορμών παροχής (υπεργολαβικών) έργων και υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, τα όρια εργασίας και ελεύθερου χρόνου θα γίνουν δυσδιάκριτα. Πρόκειται για υπερευέλικτες μορφές εργασίας, που θα παρέχονται «οπουδήποτε, οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε κατάλληλο συνεργάτη». Μπορούμε να φανταστούμε τις δυσμενείς συνέπειες όταν αυτές προστεθούν στην ήδη ελαστικοποιημένη αγορά εργασίας της χώρας μας.

Αυτές οι νέου τύπου υπεργολαβικές διασυνδέσεις έχουν διεθνώς τον πιο άμεσο και αρνητικό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας, στα εργασιακά και στα ασφαλιστικά δικαιώματα, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Πρέπει, συνεπώς, να απασχολήσουν τα συνδικάτα, τους κοινωνικούς συνομιλητές, τις κυβερνήσεις, τους πολιτικούς φορείς, τις εθνικές και τις υπερεθνικές συλλογικότητες.

Ειδικά στην Ελλάδα η Κυβέρνηση, τα κόμματα και οι κοινωνικοί συνομιλητές οφείλουν να είναι έτοιμοι να παρακολουθήσουν, να συμμετάσχουν και να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις.

Ετοιμότητα δεν σημαίνει μόνο να αναπτύξουμε τις ψηφιακές υποδομές, την καινοτόμο επιχειρηματικότητα, την κατάλληλη εκπαίδευση και να αντιμετωπίσουμε το συνεχιζόμενο brain drain μορφωμένων νέων μας στο εξωτερικό, όπου όλοι συμφωνούμε.

Σημαίνει, κατά πρώτο, να κατανοήσουν όλα τα μέρη τη φύση των αλλαγών.

Σημαίνει, κατά δεύτερο, να ανοίξει ένας ευρύς διάλογος μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών για να σχεδιάσουμε συντεταγμένα το μέλλον. Ο διάλογος πρέπει να οδηγήσει σε συγκεκριμένα, απτά αποτελέσματα, που θα δρομολογούν και θα ρυθμίζουν μια κοινωνικά ισορροπημένη μετάβαση στη νέα εποχή. Μεγιστοποιώντας τα αναπτυξιακά και κοινωνικά οφέλη. Ελαχιστοποιώντας τα προβλήματα και τις ανισότητες.

Τα συνδικάτα των εργαζομένων, ειδικότερα, οφείλουν να αναλύσουν και να προβλέψουν έγκαιρα τις προκλήσεις που θα προκύψουν, ώστε να μπορούν να παρέμβουν στις εξελίξεις. Να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, τα προβλήματα που προκύπτουν από τους νέους όρους εργασίας, από το νέο, πολλών ταχυτήτων αρρύθμιστο και αδιαφανές εργασιακό πλαίσιο καθώς και από τις δυνητικές επιπτώσεις των παραπάνω στις αμοιβές της εργασίας, αλλά και στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.

Η νέα εποχή οφείλει παράλληλα να βρει τα συνδικάτα:

  • συντεταγμένα και προετοιμασμένα, με νέες μορφές οργάνωσης της συνδικαλιστικής δράσης, ενισχυμένης διεθνούς συνεργασίας - καθώς οι νέες μορφές απασχόλησης δημιουργούν μια νέα, διεθνοποιημένη αγορά εργασίας- και νέες μορφές επικοινωνίας (ηλεκτρονικά φόρα, νέοι μηχανισμοί ευρύτερης διαβούλευσης και επαφής με ομάδες εργαζομένων έξω από τον κλασικό χώρο εργασίας),
  • έτοιμα να παρέμβουν στις νέες, πιο αποκεντρωμένες, πιο διεθνοποιημένες και λιγότερο τυπικές επιχειρησιακές και εργασιακές δομές, με στόχο την προστασία των εργαζομένων.
  • έτοιμα να σχεδιάσουν μέτρα εξισορρόπησης των επιπτώσεων από τις επαπειλούμενες τεχνολογικές ανατροπές και από τη γήρανση του πληθυσμού,
  • αποφασισμένα να υπερασπιστούν και να προωθήσουν την εφαρμογή αυτών των μέτρων, διασφαλίζοντας, μέσα από συλλογικές συμβάσεις, την αξιοπρεπή εργασία, τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων της νέας ψηφιακής εποχής που κινδυνεύουν από περιθωριοποίηση.
  • έτοιμα να συμβάλλουν στην υλοποίηση ολοκληρωμένων δράσεων εκπαίδευσης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, ιδίως για τους εργαζόμενους χαμηλής και μεσαίας ειδίκευσης, εστιασμένες στην ψηφιακή μετάβαση, με αξιοποίηση και των δομών που ήδη διαθέτουν (Ινστιτούτα κλπ).

Τα κέρδη από την παραγωγή νέου πλούτου πρέπει να μοιραστούν δίκαια, όχι να συμβάλουν στη διεύρυνση των υφιστάμενων ανισοτήτων. Αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη παρέμβαση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους στη μίκρο και στη μακροοικονομική πολιτική της χώρας αλλά και σε διεθνές επίπεδο.

Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί και πρέπει να μετουσιωθεί σε μια δίκαιη ανταμοιβή της αναμενόμενης ιδιαίτερα αυξημένης παραγωγικότητας, με μειωμένο χρόνο εργασίας, χωρίς μείωση αποδοχών, ή/και με υψηλότερους μισθούς. Αυτά προϋποθέτουν ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και ισχυρά συνδικάτα.

Ήδη τα συνδικάτα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αντιλαμβανόμενα τις προκλήσεις της νέας εποχής, έχουν προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό την προετοιμασία.

Για να γίνουν βέβαια πράξη τα παραπάνω, πρέπει όλες οι συλλογικότητες να δώσουν χώρο και να επιδιώξουν τη συμμετοχή ενεργών πολιτών με νέες αντιλήψεις, επάρκεια γνώσεων αλλά και κοινωνική και πολιτική ενσυναίσθηση. Μόνο έτσι θα έχουν τη δυνατότητα ανάλυσης και κατανόησης των επιπτώσεων της νέας ψηφιακής εποχής, οι οποίες έχουν σαφώς τεχνικά χαρακτηριστικά αλλά ταυτόχρονα είναι βαθύτατα κοινωνικοπολιτικές. Το βέβαιο είναι ότι με παλιά εργαλεία και κυρίως με παλιά μυαλά δύσκολα θα αντιμετωπιστούν τα νέα πολύπλοκα προβλήματα.

Γιάννης Πούπκος

Οικονομολόγος, Γραμματέας Νεολαίας ΓΣΕΕ

Το Άρθρο φιλοξενήθηκε το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου στην «Εφημερίδα των Συντακτών».