Τράπεζες: Στις προμήθειες ψάχνουν το 'φάρμακο' στα έσοδα

Οι τράπεζες δείχνουν διατεθειμένες ακόμη και να απωλέσουν ένα τμήμα των καταθέσεών τους, προκειμένου να δημιουργήσουν πηγές εσόδων από χρυσοφόρες προμήθειες.


 Η δραστική συμβολή των προϊόντων bancassurance και οι κρίσιμες επιλογές. 

«Ούτε ένας πελάτης της τράπεζας χωρίς έστω και ένα ασφαλιστικό προϊόν», είναι το τρέχον μήνυμα των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ομίλων προς τους υπαλλήλους τους, γεγονός που δείχνει το πόσο μεγάλη έμφαση επιδεικνύουν στο μέτωπο τουbancassurance.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το ότι οι τράπεζες επιδιώκουν έντονα την ασφάλιση έναντι κλοπής των -χρεωστικών και πιστωτικών- καρτών των πελατών τους, καθώς και του όλου περιεχομένου του πορτοφολιού ή της τσάντας μέσα στα οποία θα εμπεριέχονται, τη στιγμή που ενδεχομένως κλαπούν.


Πρόκειται για ασφαλιστικά προγράμματα τα οποία μπορούν να πουληθούν σε όλους, κοστίζουν μόνο μεταξύ 25 και 40 ευρώ, ωστόσο, επειδή (συνήθως) ανανεώνονται ετησίως, είναι σε θέση να αποφέρουν σημαντικά έσοδα σε βάθος χρόνου.

Προφανώς, στους στόχους των τραπεζών συγκαταλέγεται η προώθηση και άλλων ασφαλιστικών προϊόντων λιανικής, όπως για παράδειγμα η κάλυψη κατοικιών και οχημάτων.

Παράλληλα, τα ασφαλιστικά προϊόντα έχουν επίσης επιστρατευθεί στη γενικότερη στρατηγική των τραπεζών, για να δημιουργήσουν στους πελάτες τους αποταμιευτική κουλτούρα. Έτσι, προς την κατεύθυνση αυτή λανσάρονται:


* Ασφαλιστικά-επενδυτικά προγράμματα μακροχρόνιας διάρκειας (συνήθως 10-15 ετών), με βάση τα οποία ο ασφαλισμένος καταβάλλει συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα (συνήθως μεταξύ 30 και 100 ευρώ). Άλλα προγράμματα εγγυώνται απλά το κεφάλαιο, άλλα προσφέρουν ελάχιστη ετήσια εγγυημένη απόδοση (έως 2%) και τέλος, η απόδοση ορισμένων εξαρτάται από τη μακροπρόθεσμη πορεία της επενδυτικής αγοράς.

* Ειδικά καταθετικά προϊόντα, τα οποία συχνά προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια από αυτά του ταμιευτηρίου, υπό την προϋπόθεση είτε ότι θα υπάρχουν περιοδικές τοποθετήσεις χρημάτων από την πλευρά του πελάτη, είτε ότι ο αριθμός των αναλήψεών του θα είναι περιορισμένος ή μηδενικός.

Επιπρόσθετα, παρατηρείται ενίσχυση των -περιορισμένων σήμερα- καταθετικών αποδόσεων με δωρεάν (ή εκπτωτικά) κουπόνια αγορών σε μεγάλο αριθμό γνωστών επιχειρήσεων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση, όπου η απόδοση των κουπονιών υπερβαίνει τη χρηματική απόδοση τόκων, ιδίως αν συνεκτιμηθεί ότι η πρώτη είναι αφορολόγητη (η δεύτερη επιβαρύνεται με 15%).


Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αξιοσημείωτο είναι ότι εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα οι τράπεζες δείχνουν να είναι διατεθειμένες ακόμη και να απωλέσουν κάποιες καταθέσεις τους, προκειμένου να εισπράξουν έσοδα από προμήθειες, προωθώντας έτσι ασφαλιστικά προϊόντα τρίτων εταιρειών, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και ενίοτε εταιρικά ομόλογα.

Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, αφενός, στην ανοδική τάση που παρατηρείται στο ύψος των καταθέσεων (επιστρέφουν σταδιακά στο γκισέ χρήματα από τα... «στρώματα» και το εξωτερικό) και αφετέρου, στην επείγουσα ανάγκη των τραπεζών να καταγράψουνέσοδα.


Και αυτό γιατί με το ύψος των δανείων να μειώνεται (αρνητική πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα και μέσα στο 2018) και με τα επιτόκια χορηγήσεων να ακολουθούν μια ελαφρά πτωτική πορεία, οι τράπεζες βλέπουν τα καθαρά τους έσοδα από τόκους να συρρικνώνονται. Έτσι, η συρρίκνωση αυτή θα πρέπει να υπερακοντιστεί από έσοδα προμηθειών, από περικοπή λειτουργικού κόστους και από βελτιώσεις στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.