Τράπεζες: Το παζάρι για τις κρατικές εγγυήσεις

Την έγκριση των θεσμών θέλει η κυβέρνηση, για να υποβάλει στην DG Comp επίσημο αίτημα. Πώς θα λειτουργήσει ο μηχανισμός εγγυοδοσίας.


 Οι προϋποθέσεις, το πρόβλημα του κόστους και οι εναλλακτικές για να επιλυθεί. Οι ανασχετικοί παράγοντες για υψηλή αξιολόγηση των εκδόσεων. 

Το «πράσινο» φως των θεσμών αισιοδοξεί ότι θα λάβει, αυτή την εβδομάδα, η κυβέρνηση, για τον μηχανισμό εγγυοδοσίας τιτλοποιήσεων, ώστε να καταθέσει εν συνεχεία επίσημο αίτημα στη Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν (DG Comp) για την πλέον κρίσιμη έγκριση.

Ο μηχανισμός, με την -προσωρινή;- επωνυμία Hellenic Asset Protection Scheme(HAPS), προβλέπει, κατά τα πρότυπα του ιταλικού μοντέλου, την παροχή κρατικής εγγύησης επί των ομολόγων υψηλής διαβάθμισης (senior note) τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων με εξασφαλίσεις (στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια).


Η εγγύηση θα παρέχεται, εφόσον πληρούνται σειρά προϋποθέσεων, η αυστηρότητα των οποίων θα κρίνει και το πόσο λειτουργικός ή όχι θα είναι για τις τράπεζες ο μηχανισμός. Βασική προϋπόθεση αποτελεί η μεταβίβαση του προς τιτλοποίηση χαρτοφυλακίου στην εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV), με τίμημα το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με όρους ελεύθερης αγοράς.

Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα γράψουν πιθανότατα ζημίες καθώς τα τιμήματα θαυπολείπονται της καθαρής λογιστικής αξίας των δανείων. Το ύψος της ζημίας θα κριθεί από το ποια λύση θα επιλεγεί, ώστε να υπερκεραστεί το γεγονός ότι οι εκδόσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν έχουν επενδυτική βαθμίδα (investment grade).


Δεν είναι τυχαίο ότι η Eurobank έχει προϋπολογίσει ζημία της τάξης των 1,1 ως 1,4 δισ. ευρώ για την τιτλοποίηση καταγγελμένων ή σε βαθιά καθυστέρηση δανείων, ονομαστικής αξίας 7 δισ. ευρώ και καθαρής λογιστικής αξίας 3,2 δισ, τα οποία διαθέτουν εξασφαλίσεις.

Το SPV, για να χρηματοδοτήσει το τίμημα αγοράς, προχωρά στην έκδοση τριών τάξεων ομολογιών, που έχουν διαφορετική διαβάθμιση στην προτεραιότητα αποπληρωμής. Οι τίτλοι υψηλής διαβάθμισης (senior note) αποπληρώνονται πρώτοι και προβλέπεται να διακρατηθούν, σε πρώτη φάση, από τις τράπεζες.

Ικανή μερίδα των ομολογιών μέσης διαβάθμισης (mezzanine note) θα πρέπει να πωληθούν σε τρίτους επενδυτές, ώστε να θεωρηθεί ότι η έκδοση διενεργείται με όρους αγοράς και να μπορέσει η τράπεζα να περιορίσει αισθητά την επίδραση στο σταθμισμένο ενεργητικό της από τη διακράτηση του senior note ομολόγου.

Οι τίτλοι χαμηλής διαβάθμισης (junior note) αποπληρώνονται μόνο στην -σχεδόν απίθανη- περίπτωση που το SPV εμφανίσει κέρδη, εξού και η τάση μεταξύ των τραπεζών είναι να τους δωρίσουν σε κοινωφελή ιδρύματα. Η διαχείριση του χαρτοφυλακίου δανείων, που αποτελούν τα καλύμματα των εκδόσεων, ανατίθεται σε εξειδικευμένη εταιρεία διαχείρισης, που θα πληρώνεται από το SPV.


Το πρόβλημα με την απουσία investment grade...

Tο Δημόσιο θα παράσχει εγγύηση επί των senior note ομολόγων, εφόσον αυτές έχουν λάβει από έναν ή δύο ανεξάρτητους οίκους την απαιτούμενη βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης. Σε αντάλλαγμα για την παροχή εγγύησης, το SPV θα καταβάλει, με τη μορφή κουπονιού, στο Δημόσιο ασφάλιστρο κινδύνου, ώστε να μη θεωρηθεί η εγγύηση κρατική ενίσχυση.

Το πρόβλημα για τον εγχώριο μηχανισμό εγγυοδοσίας έγκειται, όπως έχει επανειλημμένα γράψει το Euro2day.gr, στην απουσία επενδυτικής διαβάθμισης(investment grade) για τους τίτλους της Ελληνικής Δημοκρατίας, εξέλιξη που αυξάνει το κόστος του ασφαλίστρου αλλά και το συνολικό κόστος της έκδοσης.


... και οι εναλλακτικές λύσεις

Για να ξεπεραστεί, υπάρχουν δύο εναλλακτικές λύσεις: η πρώτη είναι το Δημόσιο να δεσμεύσει, έναντι της εγγυοδοσίας, ένα ποσό από το υφιστάμενο κεφαλαιακό «μαξιλάρι». Αν δεσμεύσει 4 δισ. ευρώ, θα μπορούσε να εγγυηθεί senior note τίτλους αξίας 12 με 16 δισ. ευρώ.

Μέρος των τραπεζών θεωρεί ότι αυτή είναι η προσφορότερη λύση καθώς έτσι αποκτά νόημα η κρατική εγγύηση. Με δεδομένη, όμως, τη διεθνή νευρικότητα και τη δυσκολία πρόσβασης στις αγορές, δεν είναι σίγουρο ότι θα λάβει την απαιτούμενη έγκριση του ESM (σ.σ. λόγω αλλαγής χρήσης μέρος του cash buffer). Επιπρόσθετα, για την κυβέρνηση, μια τέτοια κίνηση θα είχε πολιτικό κόστος, στον απόηχο της επιλογής «καθαρής» εξόδου.

Η δεύτερη λύση ρίχνει την «καυτή πατάτα» στις τράπεζες. Ειδικότερα, για να ξεπεραστεί η απουσία investment grade από τον εγγυητή θα πρέπει είτε οι τράπεζες να παράσχουν υψηλότερης ποιότητας καλύμματα, είτε να τιμολογήσουν χαμηλότερα, ώστε η έκδοση να λάβει αποδεκτή αξιολόγηση από έναν ή δύο ανεξάρτητους οίκους.

Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνεται η ζημία για την τράπεζα. Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, πρόκειται για επιλογή που θα καταστήσει απρόσφορο τον μηχανισμό καθώς, αν το senior note πάρει διαβάθμιση υψηλότερη από τις εκδόσεις του Δημοσίου, δεν υπάρχει λόγος να ζητήσει το SPV κρατική εγγύηση, αναλαμβάνοντας ένα «αλμυρό» ασφάλιστρο κινδύνου.


Οι ανασταλτικοί παράγοντες για υψηλής διαβάθμισης αξιολογήσεις

Προς το παρόν, οι συνθήκες της εγχώριας οικονομίας και το περιβάλλον εντός του οποίου διενεργείται η διαχείριση «κόκκινων» δανείων δεν έχει βελτιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που να επιτρέπει να αξιολογηθούν με υψηλότερη αξία δάνεια με εξασφαλίσεις επί ακινήτων.

Ο μέσος χρόνος ρευστοποίησης εξασφαλίσεων παραμένει υψηλός, λόγω αργής απονομής δικαιοσύνης, του πλέγματος νομικής προστασίας (Νόμος Κατσέλη) και της καθυστέρησης που προκαλούν οι ελλιπείς φάκελοι των τραπεζών.

Επιπρόσθετα, οι τιμές έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν, κυρίως για ακίνητα εισοδήματος στην Αθήνα. Η ζήτηση για βιομηχανοστάσια και εμπορικά ακίνητα στην επαρχίαπαραμένει από χαμηλή έως ανύπαρκτη, ενώ οι τιμές στις κατοικίες ανεβαίνουν, με την προσφορά, όμως, από τις τράπεζες (πλειστηριασμοί, πωλήσεις ανακτηθέντων ακινήτων) να παραμένει χαμηλή, λόγω και της νομικής προστασίας του ενός τρίτου των «κόκκινων» στεγαστικών.